Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟΥΣ ΑΣΤΙΚΟΥΣ ΜΥΘΟΥΣ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΥΣ,ΤΟ BLOG ΤΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ.ΕΛΑΤΕ ΝΑ ΣΑΣ ΤΑΞΙΔΕΨΟΥΜΕ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΑΜΕΤΡΗΤΟΥΣ ΜΥΘΟΥΣ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΥΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ.ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΕΧΕΤΕ ΑΚΟΥΣΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΒΡΑΔΥ ΚΑΙ ΣΑΝ ΕΚΑΝΑΝ ΝΑ ΑΝΤΡΙΧΙΑΣΕΤΕ.ΕΔΩ ΘΑ ΒΡΕΙΤΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ

πηγες      http://eglima.blogspot.com/

                 http://www.paranormap.net/

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

Το Κοριτσάκι Στην Σκοπιά

Ήταν ένας νεαρός φαντάρος ο οποίος ήταν φρικαρισμένος στην ιδέα της σκοπιάς. Όταν ήρθε η ώρα να φυλάξει σκοπιά προσπάθησε να τα αποβάλλει όλα από μέσα του και να πάει. Όταν πήγε, του ανατέθηκε να περιπολεί μια περιοχή 50-60 μέτρα. Να σημειωθεί ότι ήταν σε μια περιοχή όπου ήταν πολύ έρημα και ειδικά βράδυ ο καθένας θα φοβόταν να βρίσκεται εκεί. Καθώς περνούσε η ώρα άκουγε μια παιδική και χαρούμενη μελωδία, στην αρχή πολύ σιγά ίσα να σπάει την νεκρική σιγή. Μετά από λίγη ώρα η ευτυχή μελώδια γινόταν όλο και πιο δυνατή. Όπως είναι φυσικό ο φαντάρος τα έχασε αλλά προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία του. Λίγο αργότερα σταμάτησε η μελωδία και μετά από λίγη ώρα καθώς έκανε τα βήματα της σκοπιάς σε έναν κάθετο δρόμο, στα αριστερά του διέκρινε μια φιγούρα, με όλη του την δύναμη φώναξε αλτ τις ει. Προχωρώντας προς το μέρος της αντιλήφθη ότι ήταν ένα μικρό κοριτσάκι γύρω στα 5, ήταν γυρισμένο σε θέση προφίλ και τα ξανθά μαλλιά της κάλυπταν το πρόσωπο της. Μόλις κατάλαβε ότι ήταν μικρή κατέβασε το όπλο, και άρχισε να ρωτάει με όμορφο τρόπο τη μικρή, ”κοριτσάκι τι δουλεία έχεις εσύ εδώ τέτοια ώρα, μήπως έχεις χαθεί;”. Το παιδί δεν απαντούσε, αυτός συνέχισε να ρωτάει χωρίς ωστόσο να παίρνει κάποια απάντηση. Λίγο αργότερα η μικρή μετά από μια ακόμα ερώτηση γύρισε το κεφάλι της το οποίο είχε κατακόκκινα και πρησμένα μάτια και το πρόσωπο της ήταν σαν σαπισμένο. Ο φαντάρος αυτός όπως είναι αναμενόμενο τα έχασε και από το σοκ δεν ξαναμίλησε ποτέ, και είναι κλεισμένος σε ψυχιατρείο.
Ιστορίες φαντασμάτων

Ο όρος «φάντασμα» παραπέμπει ετυμολογικά σε δημιούργημα της φαντασίας. Είναι άυλες μορφές οι οποίες τρομάζουν τους ανθρώπους και συνδέονται με την ζωή… μετά την ζωή. Πόσο ψεύτικες είναι τελικά οι ιστορίες μυστηρίου με πρωταγωνιστές τέτοια πλάσματα που απλώνονται ως αστικοί μύθοι και στοιχειώνουν τις σκέψεις και τους εφιάλτες μας; Όπως και να ‘χει, η κλισέ εικόνα του φαντάσματος που είχαμε από παιδιά στο μυαλό μας ως περιπλανώμενο λευκό σεντόνι, άντε και καμία αλυσίδα να σέρνεται για να έχουμε και ηχητικό εφέ, ωχριά μπροστά στα πλάσματα που οι τοπικές παραδόσεις ανήγαγαν σε φρικιαστικές μορφές ή αλλόκοτες παρουσίες που απλώνουν ένα πέπλο μυστηρίου στα λημέρια τους.
Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, ένα οδοιπορικό στην «σκοτεινή πλευρά» των περιοχών της Ελλάδας, οι οποίες γέννησαν σύγχρονους Casper και προσέλκυσαν με τις ανατριχιαστικές φήμες επίδοξους ghostbusters ή έδιωξαν αντίστοιχα πολλούς ανυποψίαστους ανθρώπους με ασπρισμένα πρόσωπα και κομμένα ήπατα.

Η Μαυροφορεμένη του Έβρου
 Το κατάλληλο σκηνικό για κάθε τρομακτική διήγηση συνηθίζεται να είναι ένα απομονωμένο μέρος, όπου κάποιος ανυποψίαστος άνθρωπος μένει μόνος του. Έτσι συμβαίνει και με την ιστορία ενός φαντάρου, ο οποίος με έναν ακόμη φίλο του φυλάνε σκοπιά στην «πινέζα του χάρτη». Κάποια στιγμή ο ένας από τους δύο φεύγει για λίγο και ο φαντάρος που φυλάει τη σκοπιά μένει μόνος του. Σε λίγο ακούει βήματα και μέσα στο σκοτάδι βλέπει να ξεπροβάλλει η φιγούρα μιας μαυροφορεμένης γριούλας με το πρόσωπό της καλυμμένο από μια μαύρη μαντήλα. Τρομαγμένος ο φαντάρος, τη ρωτάει τι θέλει αλλά εκείνη δεν αποκρίνεται. Αντιθέτως, συνεχίζει να πλησιάζει προς το μέρος του. Εκείνος της φωνάζει να μην προχωρήσει αλλά εκείνη επιμένει να πλησιάζει παρόλο που πλέον τον ακούει να οπλίζει. Ξαφνικά η γιαγιά κοντοστέκεται, σηκώνει λίγο το κεφάλι της, τόσο ώστε να φαίνονται τα καταγάλανα τρομακτικά της μάτια και του λέει «Αυτό που έχεις στην δεξιά σου τσέπη, να ξέρεις… σε έσωσε». Μέχρι ο φαντάρος να καταλάβει τί γίνεται, εκείνη έχει γυρίσει την πλάτη της κι έχει εξαφανιστεί καθώς εκείνος βάζει το χέρι του στη δεξιά του τσέπη και πράγματι βρίσκει ψίχουλα από αντίδωρο.

 Το Πνεύμα των γραμμών του ΟΣΕ 
Ο κίνδυνος είναι το βασικό συστατικό που κάνει και τον πιο ψύχραιμο ακροατή να σκιρτήσει από αγωνία. Στην ιστορία που ακολουθεί, οι σιδηροδρομικές γραμμές και φυσικά το σκοτάδι δίνουν το έναυσμα για να αποκτήσει η διήγηση το σασπένς και την κατάλληλη ατμόσφαιρα, η οποία καμιά φορά αρκεί για να υποβάλλει κάποιον, παρόλο που ουσιαστικά πρόκειται για ένα απλό συμβάν που θα συνέβαινε στον καθένα. Είναι Φεβρουάριος, χιονίζει ελαφρώς κι ο Ευτύχιος επιστρέφει από νυχτερινή διασκέδαση στις 03.00 το πρωί. Ξαφνικά προσπαθώντας να περάσει τις γραμμές του τρένου στα Σεπόλια και καθώς οι ράγες γλιστράνε από την υγρασία, πέφτει με το μηχανάκι του. Ξαφνικά, θα έλεγε κανείς κυριολεκτικά από το πουθενά, εμφανίζεται ένας παππούς γύρω στα 85-90 ντυμένος βαριά με παλτό, κασκόλ και καβουράκι στο κεφάλι. Πλησιάζει, σηκώνει (!) το μηχανάκι του Ευτύχιου και τον ρωτάει αν είναι καλά. «Καλά είμαι, καλά» του λέει σοκαρισμένος, καθώς ο παππούς σέρνει το μηχανάκι έξω από τις γραμμές στην άκρη του δρόμου ώστε ο Ευτύχιος να είναι ασφαλής. «Γεια σου και πρόσεχε» του λέει και μέχρι ο Ευτύχιος να σηκώσει το κεφάλι του, ο παππούς είχε εξαφανιστεί. Μισή ώρα έκανε βόλτες ο νεαρός στα στενά για να τον βρει και να τον ευχαριστήσει αλλά μάταια…

Η «οπτασία» της Πεντέλης 
Ο θρύλος λέει πως στις αρχές της δεκαετίας του ’60 μια κοπέλα για να ξεπεράσει τον χωρισμό με τον αρραβωνιαστικό της, αυτοκτόνησε πέφτοντας απ’ το βουνό της Πεντέλης. Κάπως έτσι, με έναν τραγικό θάνατο –όπως οι περισσότερες spooky διηγήσεις- ξεκινά η ιστορία της περιπλανώμενης κοπέλας στον αυτοκινητόδρομο της περιοχής. Σύμφωνα με τον θρύλο, μετά τις 20.00 το βράδυ η κοπέλα κυκλοφορεί στους δρόμους του βουνού, ψάχνοντας για τον σύντροφό της. Μάλιστα, κάτοικοι πιο απομακρυσμένων σημείων της περιοχής αλλά και οδηγοί που απλώς υπήρξαν περαστικοί, υποστηρίζουν ότι πρόκειται για μια ψηλή φιγούρα με μακριά ξανθά μαλλιά και ευγενική φυσιογνωμία και ότι την έχουν δει να σταματάει τα διερχόμενα αυτοκίνητα και να ζητάει από τους οδηγούς να την πάνε στον αρραβωνιαστικό της. Οι οδηγοί που προθυμοποιούνται και την βάζουν στα αυτοκίνητά τους, δεν την μεταφέρουν για πολύ καθώς μόλις μερικά μέτρα πιο κάτω, εκείνη υποδεικνύοντας ένα συγκεκριμένο σημείο, τους λέει πως σε αυτό σκοτώθηκε και τους παρακαλάει να την αφήσουν εκεί.

Ο στοιχειωμένος τουρμπές της Θεσσαλονίκης
 Η Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης, με τα γραφικά στενά της και το έντονο άρωμα βαριάς ιστορίας που αποπνέει ήταν ανέκαθεν πηγή αστικών μύθων και θρύλων που πέρασαν από στόμα σε στόμα, ξεκινώντας από την εποχή της Τουρκοκρατίας για να στοιχειώσουν τις νύχτες των κατοίκων ακόμη και σήμερα. Μία από αυτές τις ιστορίες έχει πρωταγωνιστή τον Μουσά-Μπαμπα, έναν δερβίση ο οποίος ανακηρύχθηκε Άγιος του μουσουλμανικού κόσμου και τα οστά του φυλάσσονταν για αρκετά χρόνια στον «τουρμπέ», στο μαυσωλείο δηλαδή, το οποίο στέκει ακόμα απόκοσμο στην πλατεία Τερψιθέας. Οι μαρτυρίες των κατοίκων της περιοχής θέλουν το φάντασμα του Μουσά-Μπαμπα να «κόβει βόλτες» τα μεσάνυχτα στην πλακόστρωτη πλατεία, τρομάζοντας με την σκοτεινή του φιγούρα τους περαστικούς ή όσα παιδιά στήνουν νυχτερινά παιχνίδια κοντά στο οκταγωνικό κτίσμα. Στην βάση του μαυσωλείου έχει τοποθετηθεί εικόνισμα του Αγίου Γεωργίου, καθώς οι προληπτικοί κάτοικοι της Άνω Πόλης πιστεύουν πως το πνεύμα του Μουσά-Μπαμπα, αντίστοιχου Αγίου των Μουσουλμάνων με τον δικό μας «Τροπαιοφόρο», θα ξορκιστεί, αφήνοντας ήσυχους όσους τυχαίνει μέχρι σήμερα να συναντούν τον ρασοφόρο γέροντα, ο οποίος σέρνει τα βήματά του στην πλατεία εδώ και αιώνες. Πολλοί χριστιανοί, πάντως, σχετίζουν την παρουσία του φαντάσματος με δοξασίες, οι οποίες λένε πως ο Μουσά-Μπαμπας δεν ήταν άλλος από τον Άγιο Γεώργιο, που, μεταμορφωμένος σε Τούρκο δερβίση προσπαθούσε να εμφυσήσει τις ορθόδεξες αξίες στους μουσουλμάνους της περιοχής.

 το στοιχειωμένο αρχοντικό του Πηλίου
Στα Λεχώνια του Νομού Μαγνησίας στέκεται απόκοσμο ένα αρχοντικό, το οποίο άνετα θα μπορούσε να αποτελεί το studio γυρισμάτων για τον «Εξορκιστή». Σύμφωνα με τους –φλύαρους όπως θα έχετε καταλάβει- θρύλους, το σπίτι χτίστηκε στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, χωρίς να ακολουθηθεί η παράδοση της σφαγής του κόκορα στα θεμέλια για καλοτυχία. Αυτή ήταν μόνο η αρχή της ιστορίας, που θέλει το αρχοντικό, λόγω της καίριας θέσης του, να μετατρέπεται σε στρατηγείο της Γκεστάπο κατά την Κατοχή. Τα βασανιστήρια που έλαβαν χώρα στο καταραμένο σπίτι λένε ότι δεν είχαν προηγούμενο και ότι συχνά αντηχούν ακόμα οι κραυγές όσων μαρτύρησαν από τους Γερμανούς. Στη συνέχεια, πολλές οικογένειες προσπάθησαν να σπάσουν το «στοιχειό», επιδιώκοντας να ζήσουν στο γραφικό αρχοντικό. Κι όμως, αρρώστιες, μυστήριοι θάνατοι, σχιζοφρένεια και μία ζωή-κόλαση λένε ότι περίμεναν τους άτυχους ανθρώπους που θέλησαν να βρουν στο Πήλιο μια ήσυχη γωνιά για να ζήσουν. Ακόμη και τα συνεργεία που αναλάμβαναν τις ανακαινίσεις και τις επισκευές του οικήματος πάθαιναν περίεργα ατυχήματα, με αποτέλεσμα να φεύγουν τρέχοντας από το «σπίτι των πνευμάτων».

Το «μετεξεταστέο» πνεύμα
Λέγεται ότι μια πολύ καλή φοιτήτρια της Νομικής –τόσο καλή που πολλοί συμφοιτητές της ενοχλούνταν, βρήκε τραγικό τέλος όταν φοιτητές από το έτος της σχεδίασαν εις βάρος της μια πλάκα. Στην εξεταστική περίοδο, έσκισαν κάποιες σελίδες από το βιβλίο της. Η άτυχη φοιτήτρια είδε στην εξέταση να πέφτουν τα θέματα από την «σκισμένη» ύλη και, παίρνοντας κατάκαρδα την αποτυχία της, αυτοκτόνησε. Από τότε, σε κάθε «επέτειο» της εξέτασης , οι «ένοχοι» φοιτητές αναφέρουν ο ένας μετά τον άλλον πως το φάντασμα της κοπέλας τούς επισκέπτεται, ζητώντας κλαίγοντας τις σελίδες που της στέρησαν το πτυχίο και την ζωή. Τι μπορεί να πάθει κανείς από το πολύ διάβασμα…






ΝΕΚΡΗ ΘΕΙΑ

ΝΕΚΡΗ ΘΕΙΑ

Μέρος Α: Αυτοκτονία;
Από μικρό παιδί είχα μια ιδιαίτερη αδυναμία στην θεία μου. Την αγαπούσα όσο και τους γονείς μου. Όταν μάθαινα ότι επρόκειτο να έρθει στο σπίτι περίμενα πως και πώς να χτυπήσει το κουδούνι για να την αγκαλιάσω και να πάμε μαζί για καφέ η απλά για μια βόλτα να μου πει τα νέα της να της πω και εγώ τα δικά μου. Πάντα με βοηθούσε όταν είχα κάποιο πρόβλημα και μου έδινε τις καλύτερες συμβουλές. Δεν κουραζόταν ποτέ να με ακούει. Τις είχα συμπαρασταθεί και εγώ πολλές φορές στις δύσκολες στιγμές τις. Ειδικά τότε που πέθανε ο θείος σε ένα ατύχημα μαζί με την ξαδέρφη μου. Εκείνη τη περίοδο φοβήθηκα πραγματικά ότι μπορεί να πεθάνει από την κατάθλιψη. Τελικά αποφάσισε να κρατηθεί στην ζωή και τα κατάφερε. Μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον. Ίσως να παρατηρήσατε ότι τόση ώρα που έγραφα για τις σχέσεις μου μαζί της χρησιμοποιούσα το "είχα" και όχι το "έχω". Μας άφησε λοιπόν πριν την ώρα της. Και δυστυχώς όλα έδειχναν πως μας άφησε με δική της επιλογή. Ήταν τα γενέθλια μου και δεν πήρε τηλέφωνο να μου ευχηθεί. Θα το ξέχασε σκεφτήκαμε όλοι, όμως δεν δεχτήκαμε τηλέφωνο της για πάνω από δύο εβδομάδες, ούτε το σήκωνε. Καταλάβαμε ότι κάτι συνέβαινε έτσι η μητέρα μου πήγε να την επισκεφτεί για να δει αν έπαθε τίποτα. Χτύπησε το κουδούνι αρκετές φορές όμως όπως φαινόταν ότι δεν ήταν κανείς μέσα. Κανείς ζωντανός τουλάχιστον. Η μητέρα μου χρησιμοποίησε ένα εφεδρικό κλειδί που είχε η θεία μου κολλημένο με ταινία κάτω από ένα γλαστράκι και μπήκε μέσα. Φώναξε μερικές φορές δυνατά το όνομα της αδερφής της αλλά δεν πήρε καμία απάντηση. Μπήκε στο σαλόνι, μετά πέρασε στην κουζίνα και στο μπάνιο αλλά δεν την βρήκε πουθενά. Το μόνο δωμάτιο στο οποίο δεν είχε μπει ακόμα ήταν το υπνοδωμάτιο. Μόλις άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα λιποθύμησε με αυτό που είδε. Μόλις συνήλθε σηκώθηκε αμέσως, πήρε τηλέφωνο την αστυνομία και μετά στο σπίτι. Το σήκωσε η αδερφή μου και αφού της είπε η μητέρα μου τι έγινε της έπεσε το ακουστικό από τα χέρια. Την ρώτησα τι συμβαίνει και μου είπε ότι η θεία αυτοκτόνησε. Μου κόπηκαν τα πόδια. Μόλις το έμαθε και ο πατέρας μου πήγαμε αμέσως στο σπίτι της. Βρήκαμε στην εξώπορτα την μητέρα μου και κάτι αστυνομικούς οι οποίοι περίμεναν τον ιατροδικαστή. Έμαθα ότι η θεία ήταν ακόμα στο δωμάτιο έτσι όπως την βρήκε η μητέρα μου. Όταν ρώτησα αν μπορώ να περάσω να την δω (δεν το είχα πιστέψει ακόμα ότι ήταν νεκρή) μου είπαν πως ως συγγενής μπορώ αλλά μόνο με επίβλεψη και να μην αγγίξω τίποτα. Με αργά βήματα πέρασα στο χολ και άνοιξα την πόρτα του δωματίου που βρισκόταν το άψυχο σώμα της πολυαγαπημένης μου θείας. Και τότε την είδα. Και μου κόπηκαν για δεύτερη φορά σε μια μέρα τα πόδια. Και δάκρυσα. Και προσπάθησα ως δεκαεννιά ετών παλικάρι να μην κλάψω όμως δεν τα κατάφερα. Και αυτή ήταν εκεί. Με τα μάτια ακόμα ανοιχτά. Κρεμασμένη με ένα καλώδιο από το φωτιστικό του δωματίου ακριβώς πάνω από το κρεβάτι της. Η γλώσσα της κρέμονταν έξω από το στόμα της και ήταν μελανιασμένη. Όπως ήταν και όλο της το δέρμα άλλωστε. Είχα την αίσθηση ότι με κοιτούσε με την άκρη του ματιού της και αναρωτιόταν τι κάθομαι και την κοιτάω αντί να τη κατεβάσω. Εκείνη την ώρα μπήκε και ο ιατροδικαστής στο δωμάτιο. 
-Ποιος είναι αυτός; Ρώτησε με αυστηρό ύφος τον αστυνομικό. 
-Είμαι ο ανηψιός της κύριε. Απάντησα εγώ. 
-Μπορείς να περιμένεις έξω για λίγο. Μου αποκρίθηκε και εγώ αφού έριξα ένα ακόμα βλέμμα στην θεία μου υπάκουσα. Μετά από ένα τέταρτο βγήκε από το δωμάτιο και έκανε νόημα στους νοσοκόμους που είχαν έρθει όσο εγώ βρισκόμουν στο δωμάτιο με ένα φορείο. Ενώ την κατέβαζαν προσεκτικά ο ιατροδικαστής πλησίασε έμενα και την οικογένεια μου και μας έδωσε ένα σημείωμα. 
-Το βρήκαμε πάνω στο κομοδίνο. Είπε. Δεν θα χρειαστεί να γίνει νεκροψία. Είναι ακριβώς ότι φαίνεται. Αυτοκτονία. Λυπάμαι. Αυτά είπε και έφυγε. 
Η μητέρα μου άνοιξε το σημείωμα δίχως να σταματήσει το κλάμα και το διάβασε. Ύστερα το έδωσε στον πατέρα μου αυτός σε μένα και τέλος το διάβασε η αδερφή μου. Το σημείωμα ήταν γραμμένο στον υπολογιστή. Η θεία μου ήθελε να τα κάνει όλα τέλεια βλέπετε. 

ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ ΜΟΥ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ, 

ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΩΝ ΔΥΟ ΠΙΟ ΠΟΛΥΤΙΜΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΠΕΡΝΟΥΣΕ ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΙΟ ΑΡΓΑ, ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΙΟ ΔΥΣΚΟΛΑ. ΔΕΝ ΠΕΡΑΣΕ ΒΡΑΔΥ ΤΟΥΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥΣ ΕΝΝΙΑ ΜΗΝΕΣ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΞΕΣΠΑΣΩ ΣΕ ΚΛΑΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΜΟ ΤΟΥΣ. ΔΕΝ ΠΕΡΑΣΕ ΒΡΑΔΥ ΠΟΥ ΝΑ ΜΗΝ ΤΟΥΣ ΣΚΕΦΤΩ. ΔΕΝ ΠΕΡΑΣΕ ΒΡΑΔΥ ΠΟΥ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΩ ΠΑΡΕΙ ΥΠΝΩΤΙΚΑ ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΡΕΣΩ ΝΑ ΚΛΕΙΣΩ ΜΑΤΙ. ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΚΟΙΜΑΜΑΙ ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΒΛΕΠΩ ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΑΛΤΕΣ. ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΖΗΣΩ ΕΤΣΙ ΤΗΝ ΖΩΗ ΜΟΥ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ, ΤΟΤΕ ΠΡΟΤΙΜΩ ΝΑ ΦΕΡΩ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΠΙΟ ΓΡΗΓΟΡΑ. ΘΑ ΣΑΣ ΑΓΑΠΩ ΑΙΩΝΙΑ.

Η ΕΛΕΝΗ ΣΑΣ 

Τελικά μετά από παράκληση της μητέρας μου έγινε νεκροψία. Έγινε επίσης έρευνα δακτυλικών αποτυπωμάτων στο σπίτι και στον υπολογιστή της καθώς και στο σημείωμά της. Παντού υπήρχαν τα δικά της δακτυλικά αποτυπώματα. Όπως είχε πει και ο ιατροδικαστής ήταν ότι φαινόταν. Αυτοκτονία. Και τι άλλο θα μπορούσε να ήταν άλλωστε; Δολοφονία μήπως; Σίγουρα θα μπορούσε να είναι η τέλεια δολοφονία. Στημένη έτσι ώστε να φαίνεται πως το θύμα αυτοκτόνησε. Το θέμα είναι ότι η θεία δεν είχε ούτε έναν εχθρό στον κόσμο. Από τότε που πέθανε η μητέρα της από καρκίνο μόνο εμάς είχε. Είχε και τον πατέρα της. Ένα μπεκρούλιακα. Ένα πραγματικό ανθρώπινο υποκείμενο. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν ο ιππόδρομος και το πόσο αλκοόλ θα κατέβαζε ημερησίως. Και τελικά αυτό τον σκότωσε. Μόλις τρεις μήνες μετά τον θάνατο του θείου μου και της ξαδέρφης μου. Έκανε βόλτες μεθυσμένος μες στα άγρια μεσάνυχτα και τον χτύπησε ένα αυτοκίνητο. Ώσπου να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο είχε ξεψυχήσει. Μετά από το πρώτο πλήγμα που δέχτηκε η θεία μου εκείνη τη περίοδο το δεύτερο δεν το ένιωσε καν. Στο κάτω κάτω το μόνο που ένιωθε για τον πατέρα της ήταν μίσος για ότι προκάλεσε στην μητέρα της, στην μητέρα μου και σε αυτή. Ούτε η μητέρα μου το πήρε κατάκαρδα. Όπως έστρωσε κοιμήθηκε. Πάντως θα 'λεγε κανείς πως η οικογένεια μας αρχίζει να ξεκληρίζεται. Χάσαμε τέσσερις συγγενείς μέσα σε εννέα μόλις μήνες. Αυτή τη σκέψη την έκανα για πρώτη φορά μετά τη κηδεία της θείας μου. Υπήρξε και μια δεύτερη το επόμενο βράδυ πριν κοιμηθώ. Δεν υπήρξε τρίτη. Ένα από τα επόμενα πρωινά μόλις ξύπνησα πήρα την απόφαση ότι θα έπρεπε να συνεχίσω την ζωή μου. Νέο παλικάρι είμαι σκέφτηκα. Ούτε και η θεία μου θα ήθελε να βασανίζομαι για τον χαμό της εις τους αιώνας των αιώνων. Ήμουν σίγουρος ότι δεν θα ήθελε να βασανίσει κανένα. Ήθελε μόνο να βάλει ένα τέρμα στο καθημερινό της μαρτύριο. Το μαρτύριο που κατάφερε να κρύψει από όλους τόσους μήνες. Να όμως που βασάνισε. Και περισσότερο από όλους την μητέρα μου. Είχα τεράστια αδυναμία στην θεία μου, όμως δεν υπήρχε άνθρωπος που να τη λατρεύει περισσότερο από την μητέρα μου. Όταν τα σκεφτόμουνα όλα αυτά ήμουν στον καθρέφτη του μπάνιου και έφτιαχνα τα μαλλιά μου. 
-Α ρε θεία πονούσες αλλά γιατί φέρθηκες έτσι εγωιστικά; είπα καταλάθος δυνατά μία από τις σκέψεις μου. Πάντα θεωρούσα την αυτοκτονία εγωιστικό πράμα. Βάζεις τέρμα στην ζωή σου για τους δικούς σου προσωπικούς λόγους όμως δεν σκέφτεσαι καθόλου τους ανθρώπους που αφήνεις πίσω. Βγήκα από το μπάνιο, φόρεσα τα παπούτσια μου και βγήκα έξω για ένα καφέ με μια φίλη μου. Δέχτηκα τα συλλυπητήρια της και άρχισα να ακούω τα νέα της παρέας. Είχα χάσει αρκετά επεισόδια λόγω του ότι τις τελευταίες μέρες έμεινα κλεισμένος σπίτι. Δεν είχα όρεξη για τίποτα. Ούτε για φαγητό. Μόλις γύρισα σπίτι βρήκα την μητέρα μου δακρυσμένη μπροστά από μια φωτογραφία της θείας μου. Προτίμησα να μην πω τίποτα. Απλά της έδωσα ένα φιλί και μπήκα στο δωμάτιο μου όπου είδα λίγη τηλεόραση παρέα με την αδερφή μου. Η μέρα πέρασε πολύ ομαλά και τελικά έπεσα για ύπνο. Το όνειρο που είδα εκείνη τη νύχτα δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Ήμουν στον καθρέφτη του μπάνιου και έφτιαχνα τα μαλλιά μου, ακριβώς όπως και το πρωί. Βγαίνω από το μπάνιο και βλέπω ότι το σπίτι έχει αλλάξει. Όλοι οι τοίχοι ήταν βαμμένοι μαύροι και σε πολλά σημεία υπήρχε πιτσιλισμένο αίμα πάνω τους. Τα φωτιστικά ήταν αναμμένα και βγάζανε ένα μοβ φως. Προχώρησα στο σαλόνι και είδα μια γυναικεία φιγούρα να στέκεται όρθια με το κεφάλι χαμηλωμένο. Είχε γυρισμένη την πλάτη σε μένα. Φορούσε ένα λευκό, λερωμένο με λάσπες φόρεμα. Είχα μείνει ακίνητος και τη κοιτούσα. Σε κάποια στιγμή ένιωσα ένα παγωμένο χέρι να με αγγίζει στην πλάτη. Τρομαγμένος γύρισα και είδα την θεία μου. Με κοιτούσε ίσια στα μάτια και η γλώσσα της κρεμότανε όπως ακριβώς την είχα δει και πρώτη φορά κρεμασμένη στο σπίτι της. Ξαναγύρισα να δω την γυναίκα στο σαλόνι αλλά είχε εξαφανιστεί. Γυρνώντας ξανά προς την θεία παρατήρησα ότι αυτή ήταν και πριν στο σαλόνι επειδή φορούσε το ίδιο ακριβώς λερωμένο φόρεμα. Έκανα προς τα πίσω αλλά αυτή συνέχιζε να με πλησιάζει. Είχε μια απορία στο βλέμμα της. Ίσως και να αναρωτιόταν γιατί απομακρύνομαι από αυτή. Γιατί απομακρύνομαι από την λατρευτή μου θεία. Τα πράγματα στο σαλόνι ήταν άνω κάτω με αποτέλεσμα να σκοντάψω σε κάτι. Ένιωσα σαν να πέφτω από το ταβάνι πάνω στο κρεβάτι μου και μετά ξύπνησα. Το πρώτο που αντίκρισα ήταν το ταβάνι του δωματίου μου και μετά την αδερφή μου η οποία ήταν ξύπνια και έπαιζε με το κινητό της. 
-Τι έπαθες; μου είπε. 
-Είδα έναν φρικτό εφιάλτη, της αποκρίθηκα και μετά άρχισα να της τον περιγράφω. Μου φαίνεται ότι το υποσυνείδητό μας θα κάνει πολλά παιχνίδια για μερικές εβδομάδες. 
-Μην φοβάσαι λογικό είναι. Και εγώ χθες είδα την θεία στον ύπνο μου να αυτοκτονεί με τον ίδιο τρόπο που αυτοκτόνησε στην πραγματικότητα. 
-Έχεις δίκιο. Της απάντησα και προσπάθησα να ξανακοιμηθώ χωρίς αποτέλεσμα αντίθετα με την αδερφή μου η οποία μόλις τελείωσε ο διάλογος φάνηκε να ξεράθηκε. Όλο το υπόλοιπο βράδυ έμεινα βυθισμένος στις σκέψεις μου σχετικά με αυτό το όνειρο. Η αυγή δεν άργησε να έρθει...
Μέρος Β: Ο εφιάλτης ξανά
Το πρωί σηκώθηκα και πήγα στην σχολή μου. Όλα ομαλά. Δεν περίμενα και κάτι άλλο εδώ που τα λέμε. Απέφυγα να συζητήσω το όνειρο με τους φίλους μου. Είχα σκοπό να το ξεχάσω όσο το δυνατό πιο γρήγορα έτσι και έγινε. Για τις επόμενες μέρες λες και μου κάνανε μάγια δεν σκεφτόμουν καθόλου τον θάνατο της θείας μου. Πήγαινα στην σχολή μου, έβγαινα για τους καφέδες μου και τα ποτά μου και άρχισα να ακούω και πάλι μουσική. Που και που όπως είναι φυσικό σκεφτόμουν αν αυτό που κάνω είναι αναισθησία ή ασέβεια όσο αφορά το πρόσωπο της θείας μου. Ακριβώς όπως μου έρχονταν αυτές οι σκέψεις έτσι και έφευγαν με την δικαιολογία ότι αυτό θα ήθελε και η θεία μου. Να συνεχίσω κανονικά την ζωή μου. Ένα από τα επόμενα βράδια κανόνισα να κοιμηθώ στο σπίτι ενός φίλου μου. Ήρθε στην Αθήνα να σπουδάσει από την επαρχία όποτε είχε και δικό του σπίτι και δεν τέθηκε θέμα ενόχλησης γονέων. Αφού είδαμε μία ταινία με ρώτησε αν είμαι καλά ψυχολογικά μετά τον θάνατό της θείας μου. Του είπα ότι τώρα πλέον είμαι μια χαρά και άλλαξα συζήτηση. Αφού ήπιαμε τα ποτάκια μας και είδαμε και μια δεύτερη ταινία αρχίσαμε να νυστάζουμε. Στο κάτω κάτω ήταν και περασμένες τέσσερις. Βολεύτηκα στον καναπέ, έκλεισα τα μάτια μου και δεν άργησε να με πάρει ο ύπνος. Βρέθηκα ξαπλωμένος σε ένα καναπέ στο σπίτι της θείας μου. Το τοπίο ήταν παρόμοιο με αυτό του προηγούμενου εφιάλτη μου. Μαύροι τοίχοι, μοβ λάμπες και αίματα πιτσιλισμένα στους τοίχους ή σε κηλίδες στο πάτωμα. Όχι πάλι Θεέ μου! σκέφτηκα. Κατά κανόνα, όταν βλέπεις κάτι στον ύπνο σου και συνειδητοποιείς ότι πρόκειται για όνειρο ξυπνάς. Στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν κατάφερα να ξυπνήσω. Σαν κάτι να μην με άφηνε να το κάνω. Βρισκόμουν στο σαλόνι. Είχα παραλύσει από τον φόβο. Να περίμενα εκεί να δω τι θα συμβεί; Να πήγαινα σε κάποιο άλλο δωμάτιο; Δεν ήξερα τι να κάνω. Το μόνο που δεν θα έκανα ποτέ ήταν να μπω στην κρεβατοκάμαρα. Παρ' όλο που ήξερα ότι βρισκόμουν μέσα σε ένα φρικτό όνειρο όλα ήταν τοσο αληθινά που κάνανε το όνειρο πολύ πραγματικό. Ένιωθα ακόμα και το ψύχος που επικρατούσε στο σπίτι. Αποφάσισα να μείνω εκεί που βρισκόμουν. Όμως παρατηρώντας το όλο σκηνικό με τα αίματα στους τοίχους κτλ. αποφάσισα να κλείσω τα μάτια μου και να προσευχηθώ όλη αυτή η φρίκη να περάσει γρήγορα και να βρεθώ πάλι στο σπίτι του φίλου μου. Τότε ήταν που ένιωσα τον φόβο με όλη την σημασία της λέξεως. Το ότι έκλεισα τα μάτια μου δεν εμπόδιζε την όραση μου λες και τα βλέφαρα μου ήταν διαφανή. Αμέσως μόλις συνειδητοποίησα το παιχνίδι που έπαιζαν τα μάτια μου εις βάρος μου άκουσα μια τσιρίδα από το δωμάτιο της θείας μου. Μην αντέχοντας άλλο το όλο σκηνικό μάζεψα όλο το κουράγιο που μπόρεσα να μαζέψω και αποφάσισα να προχωρήσω. Μόλις έκανα το πρώτο βήμα σκέφτηκα ότι ίσως εξαρτηθεί από μένα το πόσο γρήγορα θα τελειώσει αυτό το πράμα. Στάθηκα για λίγο έξω από την αιματοβαμμένη πόρτα της κρεβατοκάμαρας και αφουγκράστηκα. Σιωπή. Άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα. Είδα το καλώδιο στο οποίο ήταν κρεμασμένη στο ταβάνι όμως η ίδια δεν βρισκόταν εκεί ούτε και στο δωμάτιο. Με έπιασε και πάλι ένας πολύ έντονος φόβος σχετικά με το τί θα επακολουθήσει. Περίμενα λίγο και μετά έκανα μεταβολή για να ξαναπάω στο σαλόνι. Σε απόσταση αναπνοής είδα την θεία μου. Το ότι κόντεψα να πεθάνω από τον φόβο μου ήταν η αντίδρασή μου βλέποντας την μορφή της η οποία ήταν ακριβώς ίδια με το προηγούμενο όνειρο μου. "Θεία;" ψέλλισα. Άρχισε να με πλησιάζει ακριβώς όπως και στο άλλο όνειρο λέγοντας κάτι ψιθυριστά στην αρχή αλλά μετά ήμουν ικανός να την ακούσω. Αν και ενώ με πλησίαζε είχε το ψυχρό της βλέμμα στραμμένο στο πάτωμα αναφερόταν σε μένα. 
"Γιατί αγόρι μου; Γιατί; Δεν είμαι εγωίστρια. Σε παρακαλώ. Δεν το αντέχω άλλο, καίγομαι. Δεν μπορώ να ηρεμήσω. Δεν ήθελα να πεθάνω. Ζω την κόλαση που θα έπρεπε να ζει ο πατέρας μου. Γιατί εμένα όμως; Γιατί;"
Καθώς σταμάτησε να μιλάει γύρισε το βλέμμα της πάνω μου. Από ψυχρό έγινε παραπονεμένο. Θεέ μου, σκέφτηκα. Αυτό ίσως να είναι κάτι παραπάνω από όνειρο. Κάτι παραπάνω από ένα παιχνίδι του υποσυνείδητού μου. Καθώς, εντελώς μηχανικά, έκανα όλο και πιο πίσω, σκόνταψα στο κρεβάτι. Ο εφιάλτης αυτός τελείωσε ακριβώς όπως και ο προηγούμενος. Με μια σαβούρα και να ξυπνάω νιώθοντας πως πέφτω από το ταβάνι. Ήμουν καταϊδρωμένος και το αίσθημα του φόβου δεν είχε περάσει ακόμα. Σηκώθηκα, άναψα το φως και πήγα στην κουζίνα να πιω ένα ποτήρι νερό. Τελικά ήπια τρία. Η γλώσσα μου είχε στεγνώσει για τα καλά. Πέρασα από το δωμάτιο του φίλου μου και τον είδα να παίζει με τον υπολογιστή του. Έκανε τσατ. 
-Έλα ρε ούτε και εσύ έχεις ύπνο ε; Βασικά πέρασα πριν λίγο από το σαλόνι να δω τι κάνεις και σε είδα να κοιμάσαι σαν πουλάκι. Τα λόγια του ειπώθηκαν αρκετά αργά καθώς έγραφε συγχρόνως και μηνύματα στο τσατ. 
-Σαν πουλάκι, τι να σου πω! του απάντησα. Απομάκρυνε το βλέμμα του από την οθόνη και με ρώτησε αν συμβαίνει κάτι. Δεν του είχα μιλήσει για το προηγούμενο όνειρο και δεν σκόπευα να του μιλήσω ούτε και για αυτό. Είχα πάρει απόφαση πριν από μέρες να μην δίνω σημασία στο διαταραγμένο μου υποσυνείδητο. Καληνύχτισα τον φίλο μου και πήγα ξανά στο σαλόνι για ύπνο. Μόλις ξάπλωσα στον καναπέ άθελά του το μυαλό μου άρχισε να σκέφτεται ένα προς ένα όλα όσα συνέβησαν στο όνειρό μου. Για μία στιγμή σκέφτηκα ότι ίσως η ψυχή της θείας μου με επισκέπτεται στα όνειρα μου και ζητάει βοήθεια. Τι είδους βοήθεια όμως; Όλα αυτά μου ήταν πολύ μπερδεμένα για να τα καταλάβω. Οι σκέψεις αυτές διαλύθηκαν και τελικά κατάφερα να κοιμηθώ για λίγες ώρες. Ούτε και την επομένη είπα τίποτα στον φίλο μου σχετικά με τα όνειρά μου. Όμως μόλις έφυγα από το σπίτι του πήρα τηλέφωνο την αδερφή μου και της είπα να συναντηθούμε στην καφετέρια της γειτονιάς για να της μιλήσω σχετικά με κάτι σημαντικό. Μόλις έφτασε παραγγείλαμε κάτι και άρχισα να της μιλάω σχετικά με το όνειρο. 
- Ρε Γιώργο τα είπαμε δεν τα είπαμε; Ο θάνατος της θείας σίγουρα στοίχισε πολύ σε όλους μας. Σε λίγο θα μου πεις ότι η ίδια της η ψυχή σε επισκέπτεται. 
-Ακριβώς εκεί το πήγαινα Άννα.
-Μα καλά είσαι σοβαρός τώρα; Τι είναι αυτά που λες; 
-Δεν ξέρω. Προτείνω να κάνουμε κάτι για να το εξακριβώσουμε. 
Πρότεινα στην αδερφή μου να κάνουμε μια επίσκεψη σε ένα μέντιουμ και να χρησιμοποιήσουμε ένα πίνακα ουίγια. Της αδερφής μου δεν της φάνηκε καλή ιδέα χώρια το ότι δεν πίστευε σε αυτά τα πράγματα. Στο τέλος την έπεισα. Στο δρόμο για το σπίτι της εξήγησα ότι είναι αδύνατο να καλέσεις μια ήρεμη ψυχή κάνοντας ουίγια επειδή αυτές οι ψυχές χάνουν την επαφή τους με τον φυσικό κόσμο και είναι αδύνατο να εισέλθουν σε αυτόν, όποτε αν δεν εμφανιστεί θα ήταν καλύτερο να κάνω διακοπές να ηρεμήσω μπας και σταματήσω να βλέπω αυτούς τους φρικτούς εφιάλτες. Και οι δύο ξέραμε ότι οι ψυχές των αυτοχείρων λέγεται ότι δεν είναι έτσι και αλλιώς ήρεμες άλλα δεν το συζητήσαμε. Αν πραγματικά συνέβαινε αυτό που νόμιζα ίσως μέσω του ουίγια θα μπορούσα να βρω το κουράγιο να της μιλήσω και να μου πει πως μπορώ να βοηθήσω. Βρήκαμε ένα μέντιουμ από μια αγγελία σε κάποια εφημερίδα και κλείσαμε ένα ραντεβού. Δεν της είπαμε ακριβώς περί τίνος πρόκειται από το τηλέφωνο αλλά είχαμε σκοπό να της τα πούμε όλα με κάθε λεπτομέρεια καθώς και να της εξηγήσουμε τι ακριβώς ψάχνουμε. Η κυρία Πόπη μας υποδέχτηκε στο σπίτι της με ένα γλυκό χαμόγελο. Πριν κάνουμε αυτό για το οποίο πήγαμε μας έφτιαξε καφέ. Τότε βρήκαμε και την ευκαιρία να της πούμε τα πάντα. Της μιλήσαμε για τον θάνατο της θείας και τα όνειρά μου καθώς και για το σενάριο που σκέφτηκα. 
-Πιστεύεις πραγματικά ότι μπορεί με κάποιο τρόπο η ψυχή της θείας σου να εμφανίζεται στα όνειρα σου και να ζητάει κάτι; μου είπε η κα Πόπη. 
-Μπορεί. Της απάντησα. Γι' αυτό και ήρθαμε σε εσάς. Κάνοντας ένα ουίγια ίσως καταφέρω να έρθω σε επαφή μαζί της και μάθω αν μπορώ με κάποιο τρόπο να την βοηθήσω.
-Χμμ. Συνήθως είμαστε εμείς που ζητάμε βοήθεια από τα πνεύματα και όχι το αντίθετο. Αλλά έχεις δίκιο. Λίγη ώρα πάνω από τον θαυματουργό πίνακα μπορεί να λύσει πολλά μυστήρια. Τελειώσαμε όλοι γρήγορα τον καφέ μας και περάσαμε στην τραπεζαρία. Εκεί μας περίμενε ένα πολύ όμορφο ουίγια μπόρντ με τους αριθμούς του, τα γράμματα του και τα όλα του. Μόλις κάτσαμε γύρω από τον πίνακα η κα Πόπη μας είπε να κρατήσουμε ο ένας τα χέρια του άλλου και να προσπαθήσουμε να συγκεντρώσουμε την σκέψη μας γύρω από την θεία. Μου είπε ότι θα ήταν καλύτερα να φανταστώ την θεία μου όπως ήταν όταν ακόμα ζούσε και όχι όπως την είδα στους εφιάλτες μου. Στην αρχή μου ήταν λίγο δύσκολο όμως στη συνέχεια τα κατάφερα. Ξαφνικά ένιωσα πολύ ήρεμος. Μου άρεσε αυτή η αίσθηση όμως εντελώς ξαφνικά ακούστηκε ένας θόρυβος. Δεν μπόρεσα να καταλάβω από πού προήλθε αλλά ακόμα και με κλειστά τα μάτια κατάλαβα ότι τα φώτα στο σπίτι είχαν σβήσει χωρίς την δική μας παρέμβαση και είχαμε πλέον μείνει μόνο με το φως των κεριών...
Μέρος 3ο Τίτλος <<Το Τέλος>>
<<Αμέσως μετά αφότου έσβησαν τα κερία ένιωσα ένα πολύ ψυχρό αεράκι να με χτυπάει και μετά ένα χέρι να με ακουμπάει στον ώμο μου.....ήταν το χέρι της θείας μου!!!!Η θεία μου μας μίλησε με μια πολύ πάρα πολύ τρομαγμένη φωνή
-Συνγώμη ανηψέ μου και συγνώμη Άννα μου,νομίζω πως η αλίθεια ειναι πάντα σοκαριστηκή όμως πάντα πρέπει να την μαθαίνουμε θελω να ανακαλυψετε την αληθεια και να στήλετε την ψυχή μου στον Παράδεισο.
-Μα πως θεία μου θα γίνει αυτό?
-Θέλω να μάθετε τον υπέυθυνο για ολα αυτα!
Η Άννα ρώτισε τρομαγμένη
-Ποίος είναι αυτός θεία?
Η θεία άρχησε να μας λέει την αλήθεια....
-Όσο είμουν παντρεμένη ακόμα με τον θείο σας σηναντιόμουν με ένα άλλον άντρα κριφά.Εκείνος πάντα μου έλεγε οτι αν δεν χώριζα με τον θείο σας δεν θα μπορούσαμε να είμαστε πια μαζί.Εγώ τον αγαπούσα πάρα πολύ που σημφόνησα στο <<ιδιοφιές>> σχέδιό του.Το σχέδιο του έλεγε να έστελνα τον θείο σας και την ξαδέρφη σας να πάνε κάπου και εκείνος είχε πειράξει τα λάδια του αυτοκινή του και εγινε το κακό.Εκλαψα πολύ γιατί αγαπούσα πάρα πολύ τον θείο σας και τν ξαδέρφη σας.Μετα τα πνεύματα τους με στοίχειωναν και με κοιτούσαν με ένα τεράστιο ΓΙΑΤΙ?.Δέν άντεχα άλλο της ενοχιές και ετσι αποφάσισα να αυτοκτονήσω!
-Και ο άλλος αντρας?? Ρώτισα με μεγάλη απορία.
-Πέθανε σε μια καραμπόλα!Λες και ήταν τυχερό να συμβεί που σημαινει οτι είχα χάσει τρείς κοντινούς μου ανθρωπους μέσα σε ενία μήνες.Οι ενοχές ήταν μεγάλες.ΣΥΓΝΩΜΗ!!!
Και άρχισε να κλαει.....
Αμέσως μετά το πνεύμα της αγαπημένης μου θείας άρχισε να ξεθοριάζει.Η αλίθεια ηταν πραγματικά σοκαριστική...απλά δεν γινώταν να το πιστέψω.Πως ηταν δηνατόν η πολυαγαπημένη μου θεία να σηναντιόταν με εναν άλλον αντρα.
Αφού χερετήσαμε και ευχαριστήσαμε το μέντιουμ για όλα όσα μας εκανε φυγαμε σοκαρισμένοι και οι δύο μετά πίγαμε για εναν καφέ με σκοπό να σηζητούσαμε ολα αυτα!
Η Άννα πραγματικά σοκαρισμένη δεν ήξερε τι να πει.Οπότε άρχισα εγώ την σηζήτηση..
-Τι έχεις να πείς λοιπόν Άννα?
-Τι να πω....δεν πιστεύω τα αυτία μου 
-Τι να κάνουμε τωρα??
-Αν πάμε στην αστυνομια θα μας πούνε τρελούς.
Η Άννα προφανως είχε δίκιο.
Αφού είπιαμε τον καφέ μας πηραμε τηλέφωνο το μέντιουμ και κανονίσαμε ραντεβου για την ιδια μερα στην επτά η ώρα.
Πίγαμε λοιπόν ξανά στο σπίτι του μέντιουμ ακολουθησαμε την ίδια διαδικασία και τότε ένιωσα πάλι το χέρι της αγαπημένης μου θείας να με ακουμπά στον ώμο.Το πρώτο πράγμα που είπα ηταν να μάθω την διαδικασία για να μπορέσο να ελευθερόσω την θεία μου απο αυτό το βάσανο που την βασάνιζε.Εκείνη απάντησε πως εκείνος την ανάγκασε να κρεμάσει των εαυτό της ειπε πως ηταν σαν να την είχε κυριέψει μας είπε οτι είχε αφησει κάπου μέσα στο σπίτι του ανθρώπου αυτου το σταυρουδάκι της.Η αποστολή μας ηταν να το παρουμε απο εκεί και να το επιστρέψουμε στο νεκρό σώμα της θείας μας.Μετά ρώτησα την διεύθυνση του ανθρωπου αυτού το σπίτι του βρισκόταν στα Εξάρχεια.
Πήγαμε αμέσως μετά στο σπίτι του τύπου αυτού με μερικά εργαλεία(αξίνα,λοστό κ.α).Το σκηνικό που είδαμε μόλις μπήκαμε ηταν αποκρουστικό(εκείνη την στιγμή θυμηθηκα οτι ξέχασα να πάρω μασκες).Μυριζε σαν να εχει ψοφίσει κατι η Άννα ειχε καλιψει την μύτη της με την μπλούζα της.Καθώς προχορούσαμε πιο μέσα το πάτωμα έτριζε στα πόδια μας και ενιωθα πως θα έπεφτε.Αφού ψάχναμε επι ώρες το μόνο μέρος που δεν είχαμε πάει ηταν το υπόγειο πραγματικά δεν είχα σκοπό να ψάξω εκει μέσα(διότι απο εκεί ερχόταν η μυρωδία).Αλλά θέλωντας και μη πήγα γιατί στο κάτω-κάτω όλα αυτά γινόντουσαν για την πολυαγαπημένη μου θεία.Ετσι λοιπόν αφού πήγαμε ακούστηκε ενα πολύ δυνατό ουρλιαχτό,ηταν η Άννα η οποια ειχε βρεί κάτι βρίκε ενα ψόφιο σκύλο ο οποίος είχε κρεμασμένο στον λαιμό του τον σταυρό τησ θείας μου.Ένιωσα χαρούμενος μόνο που έφιγα αμέσως και αρπαξα μαζί μου και την κακομοίρα την Άννα (της οποίας έτρεμαν τα χέρια της).Μετα ήρθε και το ποιό δύσκολο κομμάτι να βάλω τον σταυρό πίσω εκεί που ανήκε.
Όταν γύρισα σπίτι μάλωσα με την Άννα γιατί της είπα οτι θα το τελείωνα μονος μου.Τελος πάντων για να μην τα πολυλογω πηρα ενα φτυάρι και έφυγα απο το σπιτι στης τεσσερης και μισή τα ξημερωματα.Μόλις μπήκα στο νεκροταφέιο ένιωσα την θεία μου να με καλεί μόλις έφτασα στον τάφο έκανα τον σταυρό μου και άρχισα να σκάβω.Μόλις άγκιξα το φέρετρο και το άνοιξα ειμούν έτοιμος να κλαψω γιατί σκέφτηκα <<Γιατί όλα αυτα σε εμένα γιατι στην δικία μου θεία>>Αλλα μετα πιστεψα στον εαυτό μου και τοτε έβαλα τον σταυρό!!
Αμέσως μετά το πνέυμα της θείας μου υψωθηκε ψηλά στον ουρανό και πιστεύω οτι μπορούσα να διακρίνω τρείς μορφές αγκαλιά.Ηταν οτι πιο τρομερό εχω δει και μπορώ να πω οτι με έπιασαν τα κλάματα.
Πρόσωπο από πάχνη

Από το παράθυρο μπήκε μια ριπή παγωμένου αέρα. Οι φλόγες από τα κεριά τρεμούλιασαν, τα άνθη πάνω στο παγωμένο σώμα αναρρίγησαν, λες και είχαν ψυχή… ή μια ψυχή αλαφιασμένη τα διαπέρασε.
Η Βαγγελιώ είδε τον τεράστιο μπρούτζινο σταυρό πάνω από το κεφάλι του θανόντος αδελφού της να τρέμει κι έβγαλε μια διαπεραστική τσιρίδα.
«Πάψε αλλοπαρμένη», της ψιθύρισε μέσα από τα δόντια του ο Στρατής.
«Κουνήθηκε, αδελφέ μου! Μας βλέπει… Είναι εδώ μέσα. Το νιώθω!», απάντησε εκείνη, ενώ τα χέρια της έτρεμαν, μαζί και η μαύρη, ασφυκτική ζακέτα που φορούσε.
«Τι ψυχανεμίζεσαι; Καλά σε λένε αλαφροΐσκιωτη!».
«Αχ, δεν μπορώ… Δεν το αντέχω τέτοιο βάρος».
«Πάψε σου λέω, ανόητη! Και οι τοίχοι έχουν αυτιά… Σας ευχαριστώ, θεία Ευτέρπη! Ζωή σε λόγου σας…». Η μορφή του άλλαξε με μιας μόλις του έδωσε τα συλλυπητήρια η ξερακιανή γριά με την διπλοφορεμένη μαντίλα.
Κι όμως, ο Απόστολος ήταν εκεί! Τους έβλεπε… Τριγύριζε μέσα στο δωμάτιο με μια μανία, που αν η ψυχή του ήταν συμπαγής θα τους είχε αφήσει και τους δύο άψυχα σακιά παραγεμισμένα με σάρκες και κόκκαλα. Κοιτούσε το ωχρό του πρόσωπο με το γαρύφαλλο στο στόμα, μα δάκρια δεν έβγαιναν από τα άυλα μάτια του. Είχε ριζώσει εκεί, δεν μπορούσε να περάσει απέναντι. Όχι, αν δεν έκλεινε λογαριασμούς που εκκρεμούσαν.
Στο δωμάτιο μπήκε ο φωτογράφος. Με δυο κινήσεις του χεριού απομάκρυνε τον κόσμο που υπάκουσε γρήγορα στις άναρθρες εντολές του. Έστησε με άλλες δυο κινήσεις το τρίποδο και τοποθέτησε την κάμερα πάνω. Κοίταξε τα μαυροφορεμένα κοράκια απέναντι και ανασήκωσε το αριστερό του φρύδι.
«Είστε έτοιμοι να αποθανατίσουμε το γεγονός;», είπε με φωνή που έβγαινε βαριεστημένα από τα τρίσβαθα του χοντροκομμένου κορμιού του.
Η Βαγγελιώ έπιασε την άκρη από το μαύρο σακάκι του Στρατή και το τράβηξε ρυθμικά. Εκείνος την κοίταξε με αγριεμένο βλέμμα. Του έκανε νόημα πως δεν ήθελε, αλλά σύντομα κατάλαβε πως δεν θα βγάλει άκρη μαζί του. Ο Στρατής έστρεψε το βλέμμα στον φωτογράφο και χαμογέλασε προσποιητά.
«Είμαστε έτοιμοι φωτογράφε. Τράβα να τελειώνουμε και με αυτό!».
«Τι έτσι απλά;», αναφώνησε εκείνος. «Δεν γίνονται έτσι αυτά τα πράγματα. Πρώτον, εσύ ίσιωσε την προπέλα σου, που γέρνει σαν μαραμένο… άντε μην πω καμιά κουβέντα και προσβάλω τον νεκρό. Μα καλά, με παπιόν ήρθες στην κηδεία του αδελφού σου;», κάγχασε μέσα από το χοντρό μουστάκι του.
«Τη δουλειά σου φωτογράφε! Άντε να τελειώνουμε, είπα…», απάντησε εκνευρισμένος και ταυτόχρονα προσπαθούσε να στρώσει το παπιγιόν στο λευκό του γιακά.
«Κι εσύ κυρά μου τι κάθεσαι έτσι;», συνέχισε ο φωτογράφος. «Πιάσε τον νεκρό. Χάιδεψε του το κεφάλι, να φαίνεται πως τον αγαπάς, άσχετα αν…».
Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση και η Βαγγελιώ σωριάστηκε στο πάτωμα. Έτρεξαν οι μαυροφορεμένες συγγένισσες με νερά, βεντάλιες, ξεματιάσματα. Μέχρι τα ποδάρια της σήκωσαν ψηλά, ώστε να πάει το αίμα στο κεφάλι.
Ο Απόστολος που είχε θρονιαστεί στο βαρύ το φωτιστικό γελούσε με την άτιμη την αδελφή του. Τη βάρυναν οι λίρες μες στις τσέπες και την έριξαν κάτω, συλλογίστηκε μιας και δεν είχε μιλιά να εκτονωθεί.
Συνήλθε η Βαγγελιώ, σηκώθηκε και στήθηκε δίπλα του κάτωχρη – πιότερο κι από την απόχρωση του νεκρού αδελφού της – με το χέρι της πάνω στο παγωμένο κεφάλι του. Ο χώρος φωτίστηκε απόκοσμα από το φλας που άρπαξε μια σύντομη φλόγα. Ο φωτογράφος που είχε χωμένο το κεφάλι κάτω από το μαύρο πανί, βγήκε με τα μάτια γουρλωμένα. Είχε παγώσει κι εκείνος, σαν τη στιγμή που έκλεψε από το χρόνο μέσα στο κλείστρο της μηχανής του. Τον είδε ο Στρατής κι ένιωσε το ρίγος του άντρα απέναντι να διαπερνά και τον ίδιο.
«Τι συνέβη μάστορα; Γιατί είσαι σαν χαμένος;».
«Τίποτα…», απάντησε εκείνος ξέπνοος, με τα χαρακτηριστικά του να έχουν τραβηχτεί. «Κανονικά η εμφάνιση της πλάκας θέλει λίγες μέρες, εσένα, όμως, θα στη φέρω μέχρι το βράδυ! Κλάψτε τον! Μοιρολογίστρες αρχινάτε τη δουλειά σας… Μην καθυστερείτε διόλου!». Και με αυτά τα αλλόκοτα λόγια εξαφανίστηκε σαν τον άνεμο από το δωμάτιο.
«Κάτι είδε… κάτι είδε», ξεφώνισε η Βαγγελιώ και χύθηκε στην καρέκλα σιμά της.
Ο Απόστολος είχε γεμίσει τον χώρο, κάνοντας τούμπες στον αέρα, στροφές γύρω από το φωτιστικό με ευτυχία περισσή. Σύντομα θα ησύχαζε στην απόλυτη ευτυχία της αιωνιότητας.

Η αλλόκοτη εκείνη νύχτα είχε απλώσει πλέον τα δίχτυα της. Το σπίτι είχε γεμίσει από τους χωριανούς που ήρθαν να δώσουν το παρόν, για να εξοικονομήσουν κόσμο και στη δική τους κηδεία. Καφέδες, κονιάκ και παξιμαδάκια τριγύριζαν από πιατάκι σε πιατάκι. Όλα έμοιαζαν ήρεμα, όπως το πρόσωπο του νεκρού Απόστολου. Μέχρι, τουλάχιστον, που έφτασε ο φωτογράφος με έναν φάκελο στο χρώμα της ώχρας κι αυτός. Δεν είχε την αλλοτινή ανεμελιά και ειρωνεία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο, μα μια σκληράδα και μια αγανάκτηση που σχεδόν πέταξε το φάκελο στα μούτρα του Στρατή.
«Δεν θέλω λεφτά… Τίποτα δεν θέλω από το καταραμένο τούτο σπίτι, που μέχρι και τη δουλειά μου έκανε να σιχαθώ… Πάρτε τα χαΐρια σας και καλή ζωή», έφτυσε τις λέξεις και εξαφανίστηκε, όπως εκείνη η ριπή του παγωμένου αέρα που είχε ταράξει τη Βαγγελιώ.
Ο Στρατής άνοιξε το φάκελο με αργές κινήσεις. Ο κόσμος τριγύρω είχε παγώσει και περίμενε να δει τι θα ακολουθήσει, όπως με αγωνία περίμενε άλλοτε τα αποτελέσματα των δημοτικών εκλογών. Η Βαγγελιώ έφερε τα δάχτυλα που έπαιζαν ακατάπαυστα στο στόμα και τα μάτια της είχαν ανοίξει διάπλατα. Η φωτογραφία βγήκε από το φάκελο, κάνοντας τον Στρατή να παραπατήσει. Ανάμεσα σε κείνον και την αδελφή του, ένα πρόσωπο, φτιαγμένο από την πάχνη, σαν εκείνη που πέφτει παγωμένη τα πρωινά στα κτήματα, έστεκε και γελούσε. το πρόσωπο του Απόστολου. Η Βαγγελιώ ούρλιαξε τόσο δυνατά που ο κόσμος άρχισε να ψάχνει την έξοδο να βγει από μια κατάρα που απειλούσε το κεφάλι του.
«Εσύ!», αναφώνησε, δείχνοντας με το δάχτυλό της τον Στρατή. «Εσύ τα άρχισες όλα! Εσύ και η απληστία σου… Τώρα θα μας κατατρέχει για πάντα! Εμάς και τα παιδιά μας! Ανάθεμά σε Στρατή… Τον φάγαμε τον αδελφό μας! Δεν θέλω τίποτα από αυτόν ούτε από σένα. Μήτε περιουσίες, μήτε κρυμμένες λίρες! Θέλω να ζήσω… να ζήσω…».
Έφυγε αναμαλλιασμένη και άφησε τον Στρατή με το πρόσωπο στραγγιγμένο από το αίμα. Με γόνατα που κροτάλιζαν κάθισε στην καρέκλα, ξέσφιξε την προπέλα από το πουκάμισο κι έφερε το χέρι στην καρδιά, που τον πίεζε σαν μέγγενη. Ξάφνου το πανιασμένο πρόσωπό του τραβήχτηκε. Ένα αλλόκοτο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του, λες και το μολύβι του ζωγράφου ξέφυγε από τα χέρια του. Σηκώθηκε μηχανικά και πήγε στο μπαούλο πίσω από την κάσα του Απόστολου. Το άνοιξε. Άνοιξε και το παράθυρο που βρισκόταν ακριβώς από πάνω του. Πήρε στα χέρια του λίγο από το περιεχόμενο του μπαούλου κι άρχισε να το πετάει από το παράθυρο, τραγουδώντας με μια ανατριχιαστική φωνή.
«Μία λίρα… Δύο λίρες… Τρεις λίρες…».

Δεκαπενταύγουστος


Σκούπισε τα βρεγμένα της μαλλιά και έκατσε στο κρεβάτι. Άνοιξε το πιστολάκι και έβαλε τηλεόραση. Έπαιζε ειδήσεις. Ανησυχούσαν γιατί ήταν δεκαπενταύγουστος και κυκλοφορούσε κάποιος μανιακός. Σκότωνε μόνο την συγκεκριμένη ημέρα, προς τιμήν κάποιου αρχαίου, αιμοδιψή θεού. Κάλι ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Ο Τύπος τον ονόμαζε "δολοφόνο ανηλίκων" για την εμμονή του να σκοτώνει μόνο δεκαεξάχρονες κοπέλες. Η Αστυνομία απέφευγε να τον ονομάσει οτιδήποτε. ΄Όλες οι κοπέλες ήταν δεκαέξι, μελαχρινές με μαύρα μαλλιά και μαύρα μάτια. Το μόνο κοινό που έβρισκε η Αστυνομία, εκτός του σοδομισμού των πτωμάτων και του κοψίματος της σάρκας τους από το στέρνο μέχρι την κάτω κοιλιακή χώρα (όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά), ήταν ένα κουτί σοκολατάκια και ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Σαν να είχαν μόλις βγει ραντεβού. Τα μάτια επίσης και η γλώσσα των θυμάτων έλειπαν. Η Παναγιώτα πάγωσε. Συνειδητοποίησε πως ταιριάζει στην περιγραφή. Ένα ρίγος διαπέρασε την ραχοκοκκαλιά της ενώ ο τρόμος την καταλάμβανε αδικαιολόγητα. Έσβησε το πιστολάκι και αφουγκράστηκε. Πέρα από την τηλεόραση δεν ακουγόταν τίποτα άλλο.
"Βλακείες!" είπε μόνη της προσπαθώντας να δώσει κουράγιο στον εαυτό της. Άλλαξε κανάλι και έβαλε MAD. Έπαιζε το καινούργιο τραγούδι του Bieber. Άρχισε να τραγουδάει. "If you gonna go, go with the flow babe...". Χόρευε σαν χαζό ενώ έβαζε τα εσώρουχα και το καλό της φόρεμα που την περίμεναν στην καρέκλα από νωρίς το πρωί. Είχε μόλις τελειώσει τις προετοιμασίες μόλις χτύπησε το κουδούνι. "Τώρα!" φώναξε. Άνοιξε την πόρτα. Απέξω βρισκόταν ο Σωτήρης, κρατώντας στο ένα χέρι ένα κουτί σοκολατάκια και στο άλλο ένα κόκκινο τριαντάφυλλο.
"Τα λουλούδια στα λουλούδια" είπε στην απορημένη Παναγιώτα και της έδωσε το τριαντάφυλλο. Εκείνη το πήρε, και αφού το μύρισε τον ευχαρίστησε χαμογελαστή. Έπειτα πήρε τα σοκολατάκια και τα ακούμπησε μαζί με το λουλούδι επάνω στο τραπεζάκι απέναντι από την πόρτα.
"Πάμε;" είπε με τσαχπινιά. Ο Σωτήρης πρόταξε το μπράτσο του. Η Παναγιώτα το πήρε και έκλεισαν την πόρτα πίσω τους. Μετά από πέντε περίπου ώρες η πόρτα ξανάνοιξε. Μέσα στο σπίτι μπήκε η Παναγιώτα γελώντας με κάποιο αστείο. Σταμάτησε απότομα και γύρισε προς τον Σωτήρη που βρίσκονταν ακόμα απέξω. "Ξέρεις, είναι η πρώτη φορά που με αφήνουν μόνη μου οι γονείς μου και δεν θα ήθελα να μας δει κάποιος γείτονας και να μου το χαλάσει!". Ο Σωτήρης την κοίταξε στα μάτια.
"Καταλαβαίνω" της είπε. Έσκυψε και την φίλησε στα χείλη για μερικά δευτερόλεπτα. Έπειτα απομακρύνθηκε λίγο, την κοίταξε στα μάτια και της είπε καληνύχτα. Έφυγε χωρίς να γυρίσει. Η Παναγιώτα έκλεισε την πόρτα και χαμογέλασε ευτυχισμένη. Είχε τόσο δίκιο η κολλητή της που της κανόνισε αυτό το ραντεβού! Ενώ στο μυαλό της ξαναζούσε την όμορφη βραδιά που πέρασε, γδύθηκε και φόρεσε τις πυτζάμες της. Έπεσε χαρούμενη στο κρεβάτι τρώγοντας τα σοκολατάκια που της έφερε ο Σωτήρης. Κοίταξε το ρολόι. Η ώρα ήταν 12.00. Αποφάσισε να κοιμηθεί. Έκλεισε το φως. ΄Ήταν πολύ κουρασμένη και αποκοιμήθηκε αμέσως. ΄Ήταν τόσο κουρασμένη που δεν κατάλαβε την πόρτα της ντουλάπας που άνοιγε πίσω της, ούτε τον άντρα που έβγαινε μέσα από αυτήν.

πηγη