Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟΥΣ ΑΣΤΙΚΟΥΣ ΜΥΘΟΥΣ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΥΣ,ΤΟ BLOG ΤΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ.ΕΛΑΤΕ ΝΑ ΣΑΣ ΤΑΞΙΔΕΨΟΥΜΕ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΑΜΕΤΡΗΤΟΥΣ ΜΥΘΟΥΣ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΥΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ.ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΕΧΕΤΕ ΑΚΟΥΣΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΒΡΑΔΥ ΚΑΙ ΣΑΝ ΕΚΑΝΑΝ ΝΑ ΑΝΤΡΙΧΙΑΣΕΤΕ.ΕΔΩ ΘΑ ΒΡΕΙΤΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ

πηγες      http://eglima.blogspot.com/

                 http://www.paranormap.net/

Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

το φορεμα της Πελαγιας

Σε ένα χωριό έξω από το Ηράκλειο, υπήρχε ένας βοσκός, ο οποίος είχε την στάνη του σε ένα ύψωμα, περίπου μισή ώρα από το χωριό, όπου και κατέβαινε 1 με 2 φορές την εβδομάδα, για να δει την οικογένειά του και να πάρει φαγητό. Σε μία από αυτές τις βόλτες στο χωρίο, που έτυχε να είναι και μια γιορτή Αγίου, βλέπει μια νεαρή κοπέλα να κάθεται έξω από το σπίτι της και να ράβει.
- Πελαγία, τι ράβεις εκεί?
- Ράβω ένα φουστάνι για να το φορέσω την επόμενη εβδομάδα, που είναι η γιορτή του Αγίου........, και όπως ξέρετε έχουμε πανηγύρι στο χωριό.
- Ναι, αλλά σήμερα είναι πάλι γιορτή και δεν κάνει να ράβεις!!
- Τι να κάνω, δεν προλαβαίνω να το τελειώσω!
Τελειώνει λοιπόν αυτός ο διάλογος, και αργότερα το απόγευμα ο βοσκός αναχώρησε για την στάνη του. Το βράδυ της παραμονή της γιορτής, που θα γίνονταν και το πανηγύρι, όπως καθόταν βλέπει να πλησιάζουν διαβόλοι χορεύοντας και τραγουδώντας. Ο βοσκός τους είχε ξαναδεί και δεν φοβόταν αλλά παραξενεύτηκε γιατί με τους διαβόλους είχε έρθει και ένας μεγαλύτερος, ο Αρχιδιάβολος όπως τον φώναζαν οι υπόλοιποι, και τον φώναξε να χορέψουν μαζί. Ο βοσκός, που ήταν μερακλής πήγε και άρχισε να λέει μαντινάδες και να χορεύει μαζί τους, ώσπου κάποια στιγμή βλέπει μια "διαβόλισσα" και φορούσε το φόρεμα της Πελαγίας. Πηγαίνει τότε σιγά-σιγά και κόβει με το σουγιαδάκι του ένα μικρό κομμάτι από το στρίφωμα του φορέματος.
Την επόμενη μέρα, κατέβηκε στο χωριό, και πήγε με την οικογένεια του στο πανηγύρι, όπου βλέπει την Πελαγία με το φόρεμα να χορεύει και να τραγουδάει. Αφού πέρασε η βραδιά, και τελείωσε ο χορός, πίανει ο βοσκός την Πελαγία και τις λέει:
- Πελαγία, το φόρεμα σου το φορούσε μια δαιμόνισσα εχθές το βράδυ στο χορό που κάμανε οι δαιμόνοι επάνω στο ύψωμα!!!
- Αποκλείεται μπάρμπαΖαχάρη. Το φόρεμα το είχα φυλαμένο μέσα στην κασέλα μου, στο δωμάτιο μου.
- Το φορούσε σου λέω! Και έχω και απόδειξη, γιατί όπως χόρευε πήγα σιγά-σιγά από πίσω της και έκοψα ένα κομματάκι από το στρίφωμα!!!
Τότε, η Πέλαγία κοίταξε στο πίσω μέρος του και είδε να λείπει το κομμάτι από το φουστάνι...και ο βοσκός το έβγαλε από την τσέπη του και της το έδειξε!
 
πηγη  www.metafysiko.gr

Το γιοφύρι και η στοιχειωμένη Ντούμινα

Κοντά στην Αιδηψό, το χωριό Άγιος και στην θέση Κουβέλα, υπάρχει ένα ψηλό και απότομο γιοφύρι που αξίζει τον κόπο να σταματήσει κανέις για λίγο, να το περιεργαστεί. Αξίζει να δει την όμορφη ψηλοκρεμαστή καμάρα του που είναι απο καλοπελεκημένη, γαλάζια αγριόπετρα, χτισμένη με σπάνια αρχιτεκτονική και μαστοριά.
Οι αιώνες που πέρασαν απο πάνω του δεν το πείραξαν καθόλου. Ούτε οι μεγάλες κατεβασιές το χειμώνα, οταν το ορμητικό νερό του ποταμού το χτύπαγε μέχρι τα μισά! Στέκεται εκεί σα στοιχειωμένος πέτρινος γίγαντας, που δεν τον φοβίζει τίποτα! Πόσες γενιές πέρασαν απο τότε που χαράχτηκε εκέινος ο δρόμος Αιδηψού-Ιστιαίας, όπου στέριωσαν και το γιοφύρι! Κι ακόμα, πόσοι άνθρωποι το διάβηκαν και πόσοι μέλει να το διαβούν. Κι εκείνο θα στέκεται εκεί απείραχτο και ατάραχο!
Ένας πολύ γέρος του χωριού, μου εξιστόρησε έτσι, σαν παραμύθι, το θρύλο για το χτίσιμο του γιοφυριού, που έχει δεθεί με το ονομα μιας όμορφης γυναίκας.
«Τον καιρό που χτίστηκε το γιοφύρι, απο κάποιον ξακουστό πρωτομάστορα, ζούσε στο χωριό μας ετούτο μια πεντάμορφη γυναίκα. Κυπαρισσένιο το κορμί της, ήλιος το προσωπό της, κι ασπροκόκκινο σαν απριλιάτικο τριαντάφυλλο το δέρμα της. Ντούμινα την έλεγαν. Ότι που είχε παντρευτεί, στα δεκαοχτώ της, κείνη τη χρονιά που ’ρθε ο πρωτομάστορας στο χωριό μας να βάλει τα θεμέλια του γιοφυριού.
Την πρώτη μέρα που ’βαζε τα σχέδια ο πρωτομάστορας, κατέβηκε όπως όλες οι γυναίκες του χωριού, και η Ντούμινα με την στάμνα της να πάρει νερό απο τη βρύση που ‘ταν κοντά στο μελούμενο τότε γιοφύρι. Άστραψε ο τόπος και η ρεματιά! Μοσκοβόλησε ο αγέρας θηλυκό, σαν πέρασε δίπλα όπου έστεκε ο πρωτομάστορας, κι εκείνος τα ‘χασε! Νέος, γερός και όμορφος, μόλις που την αντίκρυσε έμεινε ο νούς και η καρδιά του σ’ αυτήν. Ποτέ του, όσα μέρη κι αν γύρισε, δεν ξανάχε δει τέτοια παράξενη ομορφιά, ίδια νεράιδα. Σαν έμαθε όμως πως ήταν παντρεμένη, μαράθηκε! Τη ζήλεψε, ζήλεψε και μίσησε ακόμα τον άντρα που την παντρέυτηκε και καταράστηκε τη μοίρα του γιατί να μην τον βοηθήσει να τη γνωρίσει πριν παντρευτεί!
Σε λίγες μέρες ετοιμάστηκαν τα σχέδια του γιοφυριού κι ανοίχτηκαν τα φαρδιά και βαθιά θεμέλια. Έτσι έφτασε κι η ημέρα που θ’άρχιζε το χτίσιμο. Το πρωί εκείνο θα ‘ριχνε ο πρωτομάστορας τη πρώτη πέτρα στο θεμέλιο. Όμως κατά το έθιμο τότε των μαστόρων, για να θεμελιωθεί και να στεριώσει το γιοφύρι, έπρεπε να στεριώσουν τον πρώτο τυχόντα περαστικό ή περαστικιά απο εκεί. Έτσι αποφάσισαν και περίμεναν οι μαστόροι, κείνο το πρωι, ποιός ή ποιά θα περνούσε για τη βρύση ή το ρέμα, να τον φωνάξει ο πρωτομάστορας κοντά στο θεμέλιο και να ρίξει την πρώτη πέτρα πάνω στον ίσκιο του.
Κείνο το πρωινό, με το σκάσιμο του ήλιου, απο το βουνό της ανατολής, κίνησε η Ντούμινα να πάει στο ρέμα για κοπάνισμα. Έτσι, αστάλαχτη στο ντύσιμο καθώς ήταν όλες τις ώρες, έβαλε τον μπόγο στο κεφάλι της κρατώντας τον με το να της χέρι, ενώ με τ’ άλλο βαστούσε τον κόπανο και κατηφόρισε προς το ρέμα. Τα ψέυτικα φουριά της μπόλιας της άστραφαν στον πρωινό ήλιο κι αντιφέγγιζαν στο αιθέριο της πρόσωπο!
Έτσι καθώς την είδαν οι μαστόροι να κατεβαίνει, την αποθαύμαξαν, αναστέναξαν, κι ύστερα έμειναν μ’ ανοιχτό το στόμα για πολλή ωρα! Την κοίταξε κι ο πρωτομάστορας και πώς δε λιποθύμησε απο την ταραχή του! Απο τη μία ζήλευε πολύ που δεν μπορούσε να την κάνει δική του. Απο την άλλη όμως την λυπόταν, δεν ήθελε να είναι εκείνη που θα στοίχειωνε. Να, όμως, που η μοίρα το ‘θελε έτσι!
Η λυγερόκορμη Ντούμινα έφτασε στο ρέμα, καλημέρισε με χαμόγελο τους μαστόρους κι ύστερα προχώρισε στο ποτάμι, όπου ο βόθανος με τις πλακαρόπετρες που κοπάνιζαν. Απόθεσε στην ακροποταμιά το μπόγο, ξιπολήθηκε κι ύστερα σήνωσε λίγο ως τις γάμπες της τη χιονάτη, μακριά ως τον αστράγαλο, παλιαρούτα της που την έπιασε πίσω μπρος με δυο παραμάνες. Και σαν μπήκε στο κατακάθαρο νερό του ποταμιού, καθρεφτίστηκαν τα ασπροκόκκινα πόδια της, τα τόσο λαχαριστά και εξαίσια. Έσκυψε ύστερα το κορμί της να ταχτοποιήσει την πλακαρόπετρα, και τότε έτσι, καθώς μια κατακόκκινη ηλιαχτίδα τη σημάδεψε, φάνταξε σ’ όλους ίδια πεντάμορφη καμάρα γεφυριού!
Ο πρωτομάστορας, αφού την αποθαύμασε και τη ροκάνισε με τα μάτια του, έτσι, καθώς καθόταν στην άκρη του θεμελιού, για μια στιγμή πήρε θάρρος και φώναξε σαν απο βαθύ ύπνο:
‘Καλή αρχόντισσα, παίρνεις αν θες λίγο το μαντίλι μου να το πλύνεις. Έτσι να ‘χεις πολύ καλό...’
Εκείνη, αφού δίστασε στην αρχή, ξεκίνησε ρέμα-ρέμα και έφτασε ως την άκρη του θεμέλιου, όπου απο την άλλη μεριά έστεκε ο πρωτομάστορας. Κι έτσι καθώς έσκυψε να πάρει το μαντίλι, έπεσε για καλά ο ίσκιος της στον πάτο του θαμελιού. Τότε –χωπ!- έριξε την πρώτη πέτρα ο πρωτομάστορας στο θεμέλιο, πάνω ακριβώς στον ίσκιο της Ντούμινας!
Λένα πως η Ντούμινα δεν το πήρε είδηση, ούτε και ήξερε απο αυτά τα τερτίπια και τα ξετάσματα των μαστόρων. Όμως στο χρόνο πάνω πέθανε! Και πέθανε κείνη τη μέρα ακριβώς που τελείωνε το γιοφύρι και έκαναν τα εγκαίνια στο φαρδύ εκέινο αμαξόδρομο.
Λένε πως πέθανε απότομα, έτσι, χωρίς αρρώστια, μόλις που ‘κλεισε τα είκοσι, νιόπαντρη, μ’ ένα παιδί στα σπλάχνα της! Αναστατώθηκε όλο το χωριό! Έκλαψε όλη η γούρνα εκείνη. Έκλαψε όμως πολύ και ο πρωτομάστορας, που δεν είχε προλάβει ακόμα να φύγει απο το χωριό. Έκλαψε πολύ, γιατί πίστευε στα σοβαρά πως αυτός τη θανάτωσε, επειδή την είχε στοιχειώσει για να στεριωθεί το γιοφύρι.
Απο τότε, λένε, άρχισε να βγαίνει το φαντασμά της στο γιοφύρι εκείνο. Την έχουν δει πολλοί να ανεβαίνει, ακριβώς τα μεσάνυχτα, απο το θεμέλιο του γιοφυριού, ακριβώς απο εκεί που στοιχειώθηκε. Ανεβαίνει αεράτα, αργά και στέκεται ψηλά στο μαρμαρένιο χείλος του γιοφυριού. Βγαίνει, λένε, πάντα με τα καλά της σεγκούνια, με την καλή της φορεσιά. Έτσι καθώς έβγαινε, σαν ζούσε, στα πανηγύρια και τις λαμπρές μέρες. Έτσι καθώς την είχαν ντύσει για τον άλλο κόσμο! Φοράει την καινούργια μπόλια, κόκκινο χρυσοκάβαδο με διπλή αρματωσιά, φλουριά στα στήθια και στην καμάρα του μετώπου της. Αστράφτει και φέγγει σαν τον ήλιο (λένε αυτοί που την είδαν) και στέκεται εκεί στο χείλος του γιοφυριού για καμπόση ώρα, ακριβώς τα μεσάνυχτα κι ύστερα αξαφανίζεται πάλι σαν αέρας.
Πάρα πολλοί, λένε, είχαν δει την στοιχειωμένη Ντούμινα. Γι’ αυτό μέχρι πριν λίγα χρόνια, όπου ο κόσμος άρχισε να μην πολυπιστεύει στα φαντάσματα και τα στοιχειά, το γιοφύρι αυτό φοβόταν ο καθένας να το περάσει τη νύχτα μόνος του. Πολλοί που βρίσκονταν στην ανάγκη, το πέρναγαν βιαστικά λέγοντας το ‘Πάτερ Ημών’. Άλλοι πάλι το πέρναγαν τραγουδόντας δυνατά, γιατί κάποιος είπε πως η Ντούμινα δεν βγαίνει σαν ακούσει φωνές και τραγούδια!
Ακόμα οι καροτσέρηδες και οι σοφεραίοι φοβόνταν και αυτοί να περάσουν την νύχτα απο το στοιχειωμένο γιοφύρι κι όταν ήταν απαραίτητο να περάσουν, άρχιζαν να χουγιάζουν δυνατά τα άλογα ή να κορνάρουν συνέχεια ως ν’ απομακρυνθούν πολύ απο εκεί.
Τώρα πια, μου είπε τελειώνοντας ο γέρος, κανένας δεν πιστεύει στα στοιχειά και στα φαντάσματα. Κι όμως, οι πιο παλιοί, ακόμα και τώρα, όταν περνάνε νύχτα μόνοι απο το γιοφύρι αυτό, αισθάνονται μια κρυάδα, έναν κάποιο αόριστο φόβο...»



πηγη www.metafysiko.gr

H "Σινδόνη" του Ευαγγελισμού Θεσ/ νίκης



Ηταν απόγευμα όταν 2 αδελφάκια έπαιζαν μόνα στον προαύλιο χώρο του ναού. Τριγύρω δεν υπήρχε κανείς άλλος και ο ιερέας είχε ακολουθήσει τους υπόλοιπους άντρες του χωριού στο καφενείο. Κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού τους άκουσαν τον ήχο του θυμιατού. Νομισαν ότι κάποιος ήταν μέσα στο εκκλησάκι και θυμιάτιζε. Παραξενευμένα, προχώρησαν προς την είσοδο του ναού ώστε να δουν ποιος μπορεί να ήταν.
Όταν μπήκαν, αντίκρισαν μια ψηλή ανθρώπινη μορφή (και κατ' επέκταση αντρική) ρασοφορεμένη, να θυμιατίζει. Το περίεργο είναι ότι αυτή η μορφή, δεν περπατούσε στο έδαφος αλλά αιωρούνταν τουλάχιστον 15 πόντους ψηλά στον αέρα. Βρισκόταν μπροστά από την αριστερή (όπως κοιτάμε εμείς) είσοδο του ιερού και κατευθυνόταν προς την ωραία πύλη (κεντρική). Δεν είχε καμία επαφή με τα παιδιά, ούτε βλέμμα, ούτε κάποια «κουβέντα». Απλά θυμιάτιζε. Μόλις κατευθύνθηκε στην ωραία πύλη, δεν πέρασε δίπλα ή από κάτω από το πανί το οποίο υπήρχε σαν «πόρτα» αλλά μπήκε μέσα σε αυτό, δημιουργώντας εντονότατους κυματισμούς.
Την στιγμή εκείνη λέγεται ότι μπήκε από την πόρτα του ναού ένα γεράκι το οποίο έκανε τρεις κύκλους μέσα στο ναό και έπειτα έφυγε. Μόλις αποχώρησε το γεράκι, σταμάτησαν και οι κυματισμοί.
Καθ' όλη την διάρκεια, το αγοράκι το οποίο μπήκε πρώτο υποστήριζε ότι ήταν ακινητοποιημένο και όσο και αν ήθελε να τρέξει από τον φόβο του, δεν μπορούσε να κουνηθεί. Μόλις τελείωσε το περιστατικό, τρομαγμένα έτρεξαν προς το κοντινότερο σπίτι ώστε να πουν το τι είχε συμβεί. Εκεί βρήκαν μόνο κάποιες γυναίκες, οι οποίες παρόλο που τα άκουσαν, πήγανε στο καφενείο να το πουν στους άντρες. Μόλις μαθεύτηκε, όλοι ξεκίνησαν να μαλώνουν τα παιδιά λέγοντας ότι τους έλεγαν ψέματα και θα έχαναν τον χρόνο τους. Η επιμονή και τα κλάματα τους όμως, τους έπεισαν να πάνε.
Ούτε μορφή είδανε, ούτε γεράκι. Ούτε θυμιατό, ούτε οσμή. Αυτό όμως που βρήκανε ήταν το πανί της μεγάλης πύλης γεμάτο σημάδια, από χέρια, πόδια, πλευρά. Παρατήρησαν, επίσης, δύο εικονίσματα πάνω σε αυτό: την Ανάσταση του Λαζάρου και την Παναγία.
Υπήρχαν πολλοί που δεν πίστεψαν ότι ήταν θεϊκό έργο. Μάλωναν τα παιδιά με την δικαιολογία ότι το κάνανε αυτά και ότι ήταν μεγάλη ιεροσυλία. Έτσι κάλεσαν και ειδικούς υφασματοποιούς για να αφαιρέσουν τα σημάδια. Όλες οι προσπάθειες τους ήταν μάταιες. Το πόρισμά τους ήταν ένα. Τα σημάδια ήταν ένα με το πανί. Λες και δημιουργήθηκαν μαζί...

πηγη www.explorers.gr