Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟΥΣ ΑΣΤΙΚΟΥΣ ΜΥΘΟΥΣ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΥΣ,ΤΟ BLOG ΤΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ.ΕΛΑΤΕ ΝΑ ΣΑΣ ΤΑΞΙΔΕΨΟΥΜΕ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΑΜΕΤΡΗΤΟΥΣ ΜΥΘΟΥΣ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΥΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ.ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΕΧΕΤΕ ΑΚΟΥΣΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΒΡΑΔΥ ΚΑΙ ΣΑΝ ΕΚΑΝΑΝ ΝΑ ΑΝΤΡΙΧΙΑΣΕΤΕ.ΕΔΩ ΘΑ ΒΡΕΙΤΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ

πηγες      http://eglima.blogspot.com/

                 http://www.paranormap.net/

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2010

Ο θρύλος της μούμιας του Τιτανικού!


 Υπήρχε ή όχι μια "μούμια" μέσα στον "Τιτανικό" που έφερνε κακοτυχία σε όποιον την είχε? Πρόκειται πράγματι για την επονομαζόμενη "καταραμένη μούμια" που φυλάσσεται σήμερα στο Βρετανικό μουσείο? Προκάλεσε η κλοπή της την οργή του Αιγύπτιου θεού Anubis, με αποτέλεσμα την βύθιση του κρουαζιερόπλοιου? Πόση αλήθεια κρύβουν μέσα τους οι "μύθοι" γύρω από τον "Τιτανικό?

Σύμφωνα με μια εκδοχή η "καταραμένη μούμια " του "Τιτανικού" όχι μόνο υπήρξε, αλλά διασώθηκε από το ναυάγιο και βρίσκεται σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο, στην αίθουσα 62 με αριθμό εκθέματος 22542!! Αν κάτι τέτοιο αληθεύει τότε η άγνωστη "μούμια" του θρυλικού ναυαγίου, αποτελεί ένα πραγματικό γεγονός!!

Ο θρύλος λέει ότι η "καταραμένη μούμια" ήταν το σώμα της Πριγκίπισσας του Amen-Ra η οποία έζησε στα 1500 π.χ. Μετά τον θάνατό της το άψυχο σώμα μουμιοποιήθηκε, τοποθετήθηκε μέσα σε ένα ξύλινο φέρετρο και θάφτηκε στις ακτές του Νείλου.

  Όταν στις αρχές του 1890 στην περιοχή αυτή πραγματοποιήθηκαν αρχαιολογικές ανασκαφές, ανάμεσα στα ευρήματα ήταν και το κασόνι με την μούμια της πριγκίπισσας του Amen-Ra.
 Λίγους μήνες αργότερα τρεις πάμπλουτοι Άγγλοι φίλοι που βρίσκονταν για δουλειές στην Αίγυπτο, επισκέφτηκαν τον χώρο των ανασκαφών. Ο ένας από αυτούς μετά από πολύωρο παζάρι κατάφερε τελικά να αγοράσει την μούμια για την προσωπική του συλλογή . Την επόμενη ημέρα ο αγοραστής της σαρκοφάγου εξαφανίστηκε μυστηριωδώς κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής στην έρημο, ενώ ο ένας από τους άλλους δύο φίλους του πυροβολήθηκε κατά λάθος (!) από έναν Αιγύπτιο με αποτέλεσμα να χάσει το δεξί του χέρι.
Ο τρίτος της παρέας επιστρέφοντας στην Αγγλία πήρε μαζί του την μούμια ως ενθύμιο του χαμένου φίλου του. Δυο μέρες μετά πληροφορήθηκε ότι ο οικονομικός του διευθυντής είχε υπεξαιρέσει ένα μεγάλο τμήμα της περιουσίας του, αφήνοντας τον χρεωμένο κατά χιλιάδες λίρες. Λίγους μήνες αργότερα έχοντας κυρήξει πτώχευση , πούλησε την σαρκοφάγο προκειμένου να εξασφαλίσει λίγα χρήματα.
Ο νέος ιδιοκτήτης της μούμιας, φορτωμένος με την κακοτυχία της είδε την ζωή του να αλλάζει δραματικά. Λίγες ημέρες μετά την αγορά της η γυναίκα του με τα δυο παιδιά τους σκοτώθηκαν σε ατύχημα ενώ την επόμενη εβδομάδα από την κηδεία τους, το σπίτι του καταστράφηκε ολοσχερώς από πυρκαγιά. Η μούμια δεν έπαθε τίποτε γιατί φυλασσόταν σε ειδική προθήκη στο γραφείο του. Σύμφωνα πάντα με τον θρύλο περί "μούμιας του Τιτανικού", αμέσως μετά την τραγωδία που τον χτύπησε, ο άνδρας αποφάσισε να δωρίσει την σαρκοφάγο στο Βρετανικό Μουσείο.
Από την στιγμή που η μούμια τοποθετήθηκε στην Αιγυπτιακή Αίθουσα του Βρετανικού Μουσείου, μια σειρά από περίεργα γεγονότα άρχισαν να διαδραματίζονται μέσα στο Μουσείο. Τα πρώτα βράδια οι φύλακες άκουγαν χτύπους από σφυρί πάνω στο καπάκι της σαρκοφάγου. Μόλις πλησίαζαν τους φαινόταν σαν κάποιος να έκλαιγε με λυγμούς μέσα στο ξύλινο κασόνι!
Την τρίτη ημέρα ένας νυχτοφύλακας βρέθηκε νεκρός λίγα μέτρα μακριά από την μούμια και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι του μουσείου δήλωναν τρομαγμένοι. Κανείς δεν δεχόταν να πλησιάσει καν στην Αιγυπτιακή Αίθουσα ενώ τα κλάματα μέσα από την σαρκοφάγο γίνονταν κάθε βράδυ και πιο σπαραχτικά. Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι υπεύθυνοι του Βρετανικού Μουσείου αποφάσισαν να "δανείσουν" την μούμια σε κάποια ιδιωτική συλλογή ώστε με αυτόν τον τρόπο να ηρεμήσουν για λίγο τα πράγματα.
Ο "τυχερός" συλλέκτης στον οποίο δανείστηκε η σαρκοφάγος, τοποθέτησε το ξύλινο κασόνι σε μια σοφίτα που υπήρχε πάνω από το γραφείο του, μέχρι να δημιουργηθεί ο κατάλληλος χώρος για το έκθεμα. Στο σημείο αυτό ο θρύλος θέλει την Έλενα Μπλαβάτσκυ - μεγάλη αποκρυφίστρια του 19ου αιώνα και ιδρύτρια του "Θεοσοφικού Κινήματος" να επισκέπτεται μια μέρα τυχαία το κτίριο που βρισκότανε η μούμια.
Αμέσως μόλις μπήκε στον χώρο, αισθάνθηκε ένα κύμα παγωμένου αέρα να την τυλίγει και συγκλονισμένη ζήτησε να μιλήσει με τον ιδιοκτήτη του γραφείου. Όταν τον συνάντησε του εξήγησε πως πρέπει να την βοηθήσει να ανακαλύψει από τι πηγάζει "αυτή η διαβολική επιρροή απίστευτης έντασης" μέσα στο κτίριο. Περπατώντας για λίγα λεπτά σε όλους τους χώρους, δεν άργησε να φτάσει στην σοφίτα με την μούμια. Χωρίς πολλές εξηγήσεις συμβούλευσε τον ιδιοκτήτη να ξεφορτωθεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα αυτόν τον "σατανά".

 Εκείνος απευθύνθηκε αρχικά στο Βρετανικό Μουσείο όπου τον ενημέρωσαν οτι δεν ενδιαφέρονται να πάρουν πίσω την μούμια. Τότε - σύμφωνα πάντα με τον θρύλο- εμφανίστηκε ένας και μοναδικός ενδιαφερόμενος που επιθυμούσε διακαώς να μεταφέρει την σαρκοφάγο στην Αμερική. Το όνομα του, William Thomas Stead.

Ο William Thomas Stead ήταν δημοσιογράφος και φανατικός ερευνητής του μυστικισμού. Ενδιαφερόταν ιδιαιτέρως για τα άτομα με "μαντικές ικανότητες" και επισκεπτόταν συχνά "ψυχικούς". Από τις επαφές του αυτές ο Stead είχε δημοσιεύσει μια σειρά από άρθρα. Μετά το ναυάγιο του "Τιτανικού" δύο από αυτά θεωρήθηκαν "προφητικά"!
 Συγκεκριμένα στις 22 Μαρτίου 1886 - δηλαδή εικοσιέξι χρόνια πριν το ναυάγιο- ο William Stead δημοσίευσε ένα κείμενο με τίτλο "Πώς ένα ατμόπλοιο ναυάγησε στον Ατλαντικό, η εμπειρία ενός επιζήσαντα". Στο άρθρο του περιέγραφε την σύγκρουση ενός ατμόπλοιου με ένα άλλο πλοίο στο μέσο του Ατλαντικού ωκεανού, που είχε σαν αποτέλεσμα τον θάνατο χιλιάδων επιβατών.
 Ως βασική αιτία για την απώλεια τόσων ζωών ο συγγραφέας προέβαλε την έλλειψη σωστικών μέσων- όπως και στον "Τιτανικό". Ακολούθησε κι άλλο "προφητικό άρθρο", το 1892, με τίτλο "Από την Παλαιά Τάξη στην Νέα". Σε αυτό ο Stead εξιστορούσε την περιπέτεια εκατοντάδων επιβατών όταν το πλοίο που τους μετέφερε προσέκρουσε σε παγόβουνο. Για καλή τους τύχη στην περιοχή βρισκόταν ένα άλλο πλοίο, το "Majestic", το οποίο κατάφερε να τους σώσει από τα παγωμένα νερά του Ατλαντικού. Σύμφωνα πάντα με την ιστορία του Stead το "Majestic" ανήκε στην White Star Line - την εταιρεία που είκοσι χρόνια μετά την δημοσίευση του άρθρου κατασκεύασε τον "Τιτανικό".
 Αλλά και λίγο πριν το μοιραίο ταξίδι του "Τιτανικού" ο William Stead φέρεται να είχε λάβει τρία τουλάχιστον "προφητικά μηνύματα" για το ναυάγιο από διάμεσους. Ο ένας τον προειδοποιούσε οτι δεν θα έπρεπε να ταξιδέψει για κανέναν λόγο τον Απρίλη του 1912, μια γυναίκα μέντιουμ του είχε πει να προσέχει γιατί θα βρεθεί μέσα σε μια καταστροφή που είχε σχέση με το νερό και η οποία θα παρέσυρε στον θάνατο 1500 ανθρώπους, ενώ ένας παπάς του είχε στείλει επιστολή λέγοντας του οτι "το τεράστιο πλοίο που κατασκευάζεται θα ναυαγήσει".

Παρά τις προειδοποιήσεις και την πίστη του στον μυστικισμό ο William Stead ήταν από τους πρώτους που έσπευσαν να εξασφαλίσουν το πολυπόθητο εισιτήριο για το παρθενικό ταξίδι του "Τιτανικού", αγνοώντας τις "προφητείες". Λίγο πριν την μοιραία ημέρα ο Stead συναντήθηκε με την Elena Blavatsky - με την οποία γνωριζόταν και είχε συνεργαστεί στο παρελθόν - και η οποία του περιέγραψε συγκλονισμένη την εμπειρία που είχε ζήσει στο κτίριο με την "καταραμένη μούμια".
 Ο Stead όχι μόνο δεν τρόμαξε από την "διαβολική" δύναμη, αλλά έσπευσε για άγνωστους λόγους να την αγοράσει (?) από τον συλλέκτη. Το σχέδιο του ήταν συγκεκριμένο: θα έπαιρνε μαζί του την σαρκοφάγο στην Νέα Υόρκη, ταξιδεύοντας με τον "Τιτανικό". Τρεις μέρες αργότερα το κασόνι με την "μούμια" επιβιβάστηκε στον "Τιτανικό".
  Επειδή η φήμη για μια "καταραμένη" μούμια είχε αρχίσει ήδη να κυκλοφορεί στην Αγγλία, ο Stead προτίμησε να την φορτώσει κρυφά στο πλοίο, φοβούμενος οτι δεν θα του επέτρεπαν να την πάρει μαζί του. Έτσι σε συνεργασία με κάποιον μηχανικό αυτοκινήτων, κατάφερε να δέσει την σαρκοφάγο κάτω από το αυτοκίνητό του και να την ανεβάσει στον "Τιτανικό" χωρίς κανένας να το αντιληφθεί

Την μοιραία βραδιά του ναυαγίου, ενώ βρισκότανε στην τραπεζαρία και δειπνούσε, ο Stead αποκάλυψε στους συνδαιτυμόνες του την παρουσία της "μούμιας" στα αμπάρια του πλοίου - χωρίς φυσικά να τους αποκαλύψει την "κακοτυχία" που την συνόδευε. Ο ίδιος ο Stead δεν κατάφερε να βγει ζωντανός από τον "Τιτανικό" όμως κάποιοι από τους επιβάτες που είχαν ακούσει την ιστορία του, ήταν μέσα στους επιζήσαντες. Ίσως τελικά από αυτούς να ξεκίνησε η ιστορία με την "μούμια" που με τα χρόνια πήρε διαστάσεις θρύλου.

www.pyles.tv




TO KOΡΙΤΣΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΙΑΝΟ

Κάποτε σε μια γειτονιά της Αθήνας υπήρχε ένα αρχοντόσπιτο, αυτά τα παλιά με τους διώροφα κτίσματα με εσωτερικές σκάλες και με κήπο. Σε αυτό το σπίτι έμενε μια τριμελής οικογένεια. Ο άντρας δούλευε σε κάποια μικρή επιχείρηση, η γυναίκα του σπιτιού ασχολιόταν με τις δουλειές του σπιτιού ενώ το παιδί τους, ένα μικρό κοριτσάκι πήγαινε σχολείο. Το κοριτσάκι αυτό είχε σαν χόμπι τη μουσική και του άρεσε πολύ το πιάνο. Ετσι λοιπόν οι γονείς του το έγραψαν σε ένα ωδείο και λίγο καιρό αργότερα του αγόρασαν και ένα πιάνο για να μπορεί να κάνει πρακτική εξάσκηση. 
Το μικρό κορίτσι καθόταν λοιπόν κάθε απόγευμα, αφού τελείωνε όλες τις άλλες του δουλειές, και έπαιζε πιάνο για αρκετές ώρες. Αυτό επαναλαμβανόταν συνέχεια κάθε μέρα σχεδόν πάντα μια συγκεκριμένη ώρα (ας πούμε ότι η ώρα αυτή ήταν 6 το απόγευμα). 
Μια μέρα όμως η μητέρα του της είπε να κάνει κάποιες δουλειές γιατί εκείνη θα έφευγε. Το κοριτσάκι δεν έκανε τις δουλειές που του είχε πει η μητέρα του και άρχισε να παίζει πιάνο. Όταν γύρισε η μητέρα του το βρήκε να παίζει πιάνο και υπέθεσε ότι οι δουλειές που τις είχε αναθέσει είχαν γίνει. Όταν όμως συνειδητοποίησε ότι το κοριτσάκι δεν είχε κάνει τίποτα απολύτως έγινε έξω φρενών. 
Τότε άρχισε να μαλώνει το κορίτσι και ξέσπασε ένας μεγάλος καβγάς. Η μικρή έφυγε κλαίγοντας και άρχισε να ανεβαίνει την μεγάλη ξύλινη σκάλα μέχρι που την τράβηξε η μητέρα της. Τότε το κοριτσάκι παραπάτησε και έπεσε από την σκάλα, χτύπησε στο πίσω μέρος του κεφαλιού της και πέθανε. 
Μετά από το συμβάν οι γονείς της άφησαν το σπίτι αυτό και μετακόμισαν σε άλλη περιοχή της Ελλάδας. Το σπίτι αυτό ερήμωσε καθώς δεν είχε απομείνει τίποτα εκεί μέσα. 
Όμως όποιος περάσει έξω από αυτό το σπίτι αυτό μια συγκεκριμένη ώρα θα ακούσει το μικρό κορίτσι να παίζει πιάνο.

Ο ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΣ

Όλες οι ιστορίες υπάρχουν για κάποιο λόγο και γεννήθηκαν από κάποια αιτία.
Σε κάποιο χωριό του βόρειου Αιγαίου& 50 χρόνια πριν. Την εποχή που κυριαρχούσε ο τρόμος, η προδοσία, η πείνα. Η αρχή της εξέγερσης ενάντια σε εκείνους που θέλησαν να κατακτήσουν ό,τι ποτέ δεν ήταν δικό τους. Η εποχή των Ανταρτών, των ηρώων, των κλεφτών, όπως τους αποκαλούσαν εκείνοι που απειλούνταν από τις επιθέσεις τους. 
Σ' εκείνο το χωριό, υπήρχε ένας άνδρας, ας πούμε ότι εκείνον τον άνδρα τον έλεγαν Γιώργο. Ο Γιώργος είχε στο κέντρο του χωριού ένα καφενέ. Κανένας δεν τον εμπιστευόταν γιατί όταν έπεφτε η νύχτα φορούσε την μαύρη κουκούλα του ρουφιάνου και την επόμενη μέρα οικογένειες θρηνούσαν, ενώ οι φυλακές γέμιζαν από δήθεν κομουνιστές. Όμως όλοι πήγαιναν στο καφενείο του από φόβο, μήπως και ήθελε να τους εκδικηθεί, όπως και το έκανε, αν δεν πήγαιναν στο δικό του μαγαζί. 
Το μόνο καλό του, ήταν ότι κάποιες στιγμές το σούρουπο έπαιρνε το κλαρίνο του κι έπαιζε δικούς του σκοπούς, τόσο όμορφα που όταν τον άκουγαν οι συγχωριανοί του ξεχνούσαν τις αδικίες που έκανε και το κρυφό τους μίσος. 
Μια μέρα, οι χωροφύλακες έφεραν στο χωριό ένα φορτηγό που στην καρότσα του ήταν στοιβαγμένοι σαν ζώα Αντάρτες που τους είχαν πιάσει να πολεμούν στα βουνά. Κι ανάμεσά τους ένας καλόγερος, με γόνατο τσακισμένο από τα πολλά χτυπήματα, που ακόμα κι έτσι βάσταγε την παλικαρίσια όψη του για να μην δώσει χαρά σε αυτούς που τον έπιασαν. Τους 'φεραν στο χωριό για παραδειγματισμό. Για να μην τολμήσει κανείς άλλος να φύγει για τα βουνά και να πολεμήσει. Μαζεύτηκε το χωριό ολάκερο κι όλοι κοιτούσαν μουδιασμένοι τους Αντάρτες, τους ήρωες, τους κλέφτες& μα πιότερο κοιτούσαν τον καλόγερο με το χαλασμένο πόδι. Κι ο Γιώργος τον πλησίασε και τον κοίταξε με μίσος. Τον έφτυσε κι άρχισε, χωρίς λόγο, το πόδι το χαλασμένο με λύσσα να κλωτσάει. 
Ο καλόγερος διπλώθηκε και οι σπαραγμοί του ακούγονταν σαν ζώου που σφαδάζει, εκείνος όμως συνέχισε κι όλοι έβλεπαν την ευχαρίστηση του Γιώργου σε κάθε κλωτσιά και χτύπημα. ?λλος λόγος δεν βγήκε από το στόμα του καλόγερου παρά μονάχα μια κατάρα: 
- Καταραμένος να 'σαι! Στους δρόμους να περπατάς και μετά τον θάνατο. 
Ο χωροφύλακας πυροβόλησε τον καλόγερο στο κεφάλι. Κι όλοι ανατρίχιασαν γιατί ήξεραν τις ιστορίες για τους βρικολακιασμένους που βρίσκονταν στο Ενετικό και κανένας ψαράς δεν πλησίαζε εκείνο το νησί, ακόμη και στη πιο φοβερή φουρτούνα, επειδή οι πεθαμένοι ακόμα εκεί περπατούν αλλά φοβούνται τα νερά και από 'κεί δεν μπορούν να φύγουν.
Ένα δύο χρόνια πέρασαν. Αλλά τίποτα στο χωριό δεν είχε αλλάξει. Είχε πια αποκτήσει αποθήκες με τρόφιμα και το μίσος των συγχωριανών του πλέον δεν μπορούσε να περιγραφτεί. Πωλούσε τα πάντα στη πενταπλάσια τιμή και κανείς δεν μπορούσε να πει τίποτα, γιατί όταν η φαμίλια σου πεινάει δεν χωράνε πολλές κουβέντες κι εκείνος δεν ήταν για πολλά παζάρια. 
Ο ιερέας του χωριού, ας πούμε ότι τον έλεγαν παπα-Μιχάλη, ακόμα και σήμερα όσοι από τους παλιούς ζούνε ακόμη και τον θυμούνται, μιλούν για έναν άνθρωπο γεμάτο καλοσύνη. Για τον αφανή ήρωα που πάντα με διακριτικότητα έτρεχε να συμπαρασταθεί σε όσους ήξερε ότι είχαν ανάγκη. Κι όσα χρήματα έπαιρνε από τον μισθό του, παρόλο που κι ο ίδιος είχε οικογένεια, έπαιρνε τρόφιμα και τα άφηνε σε αυτούς που δεν είχαν τίποτα. Ήταν πρώτα πατέρας, φίλος, αδελφός κι μετά ιερέας. 
Ένα μεσημέρι είχε πάρει λίγο στάρι να αλέσει από αυτό που θέριζε μόνος του από τα λιγοστά χωράφια του. Ο Γιώργος τον κατηγόρησε ότι το είχε κλέψει από τη δική του αποθήκη. Πάνω στη λογομαχία που είχαν ο Γιώργος έσπρωξε τον παπα-Μιχάλη κι εκείνος εκτός εαυτού τον καταράστηκε. 
Την ίδια χρονιά ο Γιώργος χτύπησε σε σκουριασμένο καρφί το χέρι του και από το κτύπημα είχε σχεδόν χάσει τα λογικά του. Επιτιθόταν σε όσους αγαπούσε περισσότερο, στην γυναίκα και στο μικρό γιο του. Όλοι παρακαλούσαν τον θάνατο να έρθει να απαλλάξει κι εκείνον και την οικογένεια του. Μέσα στην ίδια χρονιά πέθανε. 
Δεν είχαν περάσει τρία μερόνυχτα από την ταφή του κι άρχισαν οι πρώτοι διστακτικοί ψίθυροι. Πρώτα από τον αλαφροΐσκιωτο του χωριού. Όλοι το γύρισαν στο καλαμπούρι. 
- Βρικόλακες; Τι λες, βρε χαϊβάνι, Παναγή; Δεν υπάρχουν πια τέτοια πλάσματα! 
- Μα αφού τον είδα σας λέω! Στο σταυρό που σας κάνω! Καθότανε όπως πάντοτε, εκεί να πέρα, όξω από τον καφενέ του. Ίδιος κι απαράλλακτος με το φέσι του. Μα τα μάτια του& Παναγιά μου, τα μάτια του! Γουρλωτά! Κόκκινα σαν αίμα! 
Ένιωσαν ένα παγωμένο χέρι να ανεβαίνει στον αυχένα τους κι το στομάχι τους να βράζει. Μια ακόμη καρπαζιά για τον μπεκρή τρελό-Παναγή που ποτέ δεν ξέρει τι λέει και χάχανα υστερικά από το φόβο. Μα εκείνος ήξερε πως κατά βάθος όλοι γνώριζαν το δίκιο του και δεν ξανάπε τίποτα. Απόφευγε το δρόμο για τον καφενέ του Γιώργη όπως και το τρίστρατο για το πατρικό του. 
Οι μέρες περνούσαν κι οι ιστορίες κάλπαζαν από στόμα σε στόμα. Τα παιδιά κρυφάκουγαν με στόματα ορθάνοιχτα τους μεγάλους όταν τα έβαζαν να πλαγιάσουν το βράδυ, να συζητούν με πνιχτές φωνές τα βράδια για τον Γιώργη τον βρικολακιασμένο που κάνει περαντζάδες στις στράτες του χωριού. Συζητούσαν μεταξύ τους στο σχολειό για τα φοβερά εκείνα πράματα και πετάγονταν ιδρωμένα κάθε φορά που η νύχτα τα έπαιρνε στους δρόμους από το παιχνίδι.
Ένα βράδυ είχε μείνει στο χωριό ο δάσκαλος για να διορθώσει κάποια γραπτά. Είχε κάτσει μέσα σε μία αίθουσα και κόντευε να τα τελειώσει. Όταν ετοιμαζόταν πια να φύγει, είδε κάποιον να στέκεται στην πόρτα της αίθουσας. 
- Καλησπέρα σας! 
Απόκριση δεν πήρε. Μίλησε δύο τρεις φορές ακόμη, επειδή νόμιζε ότι δεν ακούστηκε λόγω της αίθουσας που ήταν πολύ μεγάλη. Ο άνθρωπος τον πλησίασε και μόνο όταν έφτασε πολύ κοντά άσπρισε σαν σάβανο αντικρίζοντας τα γουρλωτά, κόκκινα σαν το αίμα μάτια του. Έντρομος ούρλιαξε και πετάχτηκε φωνάζοντας ακόμα από την είσοδο του σχολείου. Την επόμενη μέρα οι τρεις πρώτες τάξεις του δημοτικού δεν είχαν πια δάσκαλο. 
Τις επόμενες νύχτες τον είδαν κι άλλοι χωριανοί. Κανείς δεν κυκλοφορούσε πλέον μετά τη δύση του ηλίου. Είχαν πάψει οι επισκέψεις και οι βραδινές βεγγέρες που μικροί και μεγάλοι διασκέδαζαν, καλαμπούριζαν και γέμιζαν με γέλια και τραγούδια τις νυχτιές. Δεν πήγαινε άλλο πια! Κάποιος έπρεπε να κάνει κάτι. Κι αυτός ο κάποιος ήταν ο παπα-Μιχάλης. 
Σαράντα νύχτες κράτησαν τα τρισάγια για τον εξορκισμό του νεκρού. Κανείς δεν ξαναείδε πια τον Γιώργη μετά την τεσσαρακοστή πρώτη νύχτα. Ούτε τον παπα-Μιχάλη, τον πατέρα, τον αδελφό, τον φίλο. Πέθανε αμέσως μετά από το τελευταίο τρισάγιο.

το καρφωμα

τα παλια χρονια σε ενα χωριο βαζουν στοιχημα πως οποιος παει βραδυ στο νεκροταφειο του χωριου καρφωσει το μαχαιρι του σε εναν νεο ταφο και μετα κανει τσιγαρο την αλλη μερα θα ειχε δικο του κοπαδι.ετσι λοιπον ενα παληκαρι αποφασισε να παει.Τη άλλη μέρα τον βρήκαν νεκρό δίπλα στο μνήμα! Αποδείχθηκε πως άθελα του κάρφωσε με το μαχαίρι του και την φουστανελα που φορούσε και πέθανε από το σοκ αφού θεώρησε πως αναστήθηκε ο νεκρός.

το φουλαρι


Ήταν μια φορά ένας άντρας που γνώρισε σε ένα πάρκο μια ξανθιά όμορφη και νέα γυναίκα. Συζητούσαν για ώρες όταν άρχισε να βραδιάσει και αποφάσισαν να γυρίσουν. Ο άντρας σαν κύριος που ήταν αποφάσισε να την πάει με το αυτοκίνητο του σπίτι της. Όταν έφτασαν έξω από το σπίτι, χαιρετήθηκαν και η γυναίκα έφυγε. Ο άντρας όμως παρατήρησε οτι η γυναίκα είχε ξεχάσει το φουλάρι της. Βγαίνει, χτυπάει την πόρτα για να το επιστρέψει και ανοίγει μια γριά. Ο άντρας της λέει να φωνάξει την γυναίκα που ξέχασε το φουλάρι να της το δώσει και η γριά ξέσπασε σε λυγμούς λέγοντας του οτι η κοπέλα ήταν η κόρη της που πέθανε πριν χρόνια.η ιστορια αυτη συναντιεται σε πολλες διαφορετικες εκδοχες στην χωρα μας.φανταρος που γνωριζει κοπελα κλπ κλπ.

η πλακα

Μια φορα, μια παρεα με 3 αγορια και 2 κοριτσια, ειχε ανεβει σε ενα βουνο. Τα κοριτσια, ηταν καπως φοβιτσιαρικα, ετσι ειπαν να τους κανουν μια πλακα: να βαλουν τον εναν απο τους 3, το βραδυ, πισω απο εναν θαμνο να κανει περιεργους ηχους και να κουναει εναν φακο, και καλα εξωγηινος ( πολυ σπουδαια πλακα, σιγουρα ολοι θα τρομαζανmarlin strat αμα τους το ' καναν). Τελικα, επεσε η νυχτα και ερθε η ωρα να κανουν τη πλακα. Καθως περπαταγαν, ειδαν τα φωτα πισω απο το θαμνο. Αλλα φυσαγε κιολας, και ακουγοντουσαν στα αληθεια περιεργοι θορυβοι. Τοτε βλεπουν τον βλακα με το φακο να κοιταζει και αυτος αφωνος το θαμνο... 
Κατεβηκαν τρεχοντας, και δεν ξανανεβηκαν στο βουνο.

η παραξενη κομμωση

Μια εποχη στην Αμερικη, ηταν της μοδας τα μαλλια "σφηκοφωλια" (βλ. Μαρτζ Σιμπσον)... Ηταν λοιπον μια κοπελα, που πηγαινε λυκειο. καθε μερα πηγαινε με το αγορι της στην σοφιτα και εκει ...ξερετε.Η σοφιτα ηταν πολυ βρωμικη και γεματη με ιστους, με αποτελεσμα μετα η κοπελα να καθεται ωρες μπροστα απο τον καθρεφτη και να βγαζει τους ιστους λιγο-λιγο... 
Τα χρονια περασαν και η κοπελα πηγε στο κολλεγιο...Μια μερα, την ωρα που παρακολουθουσε μια διαλεξη, αρχισε να τρεχει αιμα απο το κεφαλι της...Εντρομη σηκωθηκε ορθια και αρχισε να ουρλιαζει...Αμεσως μετα λιποθυμισε... Με το που τα μαλλια της χτυπησαν με φορα το πατωμα, χιλιαδες μικρες αραχνες κατεκλυσαν την αιθουσα... 
Το ασθενοφορο δεν την προλαβε ζωντανη...

Η ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ

Σε ένα μικρό χωριό της Δράμας (στην επαρχία του Κ. Νευροκοπίου ), πριν αρκετά χρόνια πέθανε ένας ηλικιωμένος άνδρας. Ο μεγαλύτερος γιός του ήταν μετανάστης στην Γερμανία. Τον ειδοποίησαν τα αδέλφια του για το συμβάν και τους είπε ότι θα κάνει τα αδύνατα δυνατά για να έρθει στην κηδεία και να τον περιμένουν.

Την επόμενη μέρα (που θα γινόταν η κηδεία ), οι συγγενείς του τον περίμεναν όντως μέχρι αργά το απόγευμα, ελπίζοντας ότι θα καταφέρει να έρθει εγκαίρως, όταν όμως άρχισε να βασιλεύει ο ήλιος , αποφάσισαν ότι δεν ήταν δυνατό να περμένουν άλλο, αφού ως γνωστόν σύμφωνα με το τυπικό της εκκλησίας μας οι ταφές των νεκρών πρέπει να γίνονται πριν την δύση του ηλίου κι έτσι λοιπόν ξεκίνησαν για το νεκροταφείο. Την στιγμή ακριβώς που το φέρετρο έβγαινε από το σπίτι του θανόντα κατέφθασε επιτέλους και ο μεγαλύτερος γιος και μάλιστα σχολιάσθηκε ιδιαιτέρως το γεγονός αυτό, καθόσον ήταν η δεύτερη φορά που κάτι τέτοιο συνέβαινε σε αυτή την οικογένεια, αφού και ο θανών απουσίαζε σε ταξίδι όταν είχε πεθάνει ο δικός του πατέρας και είχε επιστρέψει κι αυτός την στιγμή ακριβώς που το φέρετρο έβγαινε από το σπίτι. Εν πάση περιπτώση, έγινε (στα γρήγορα) η νεκρόσιμη ακολουθία στην εκκλησία του χωριού και κατόπιν η νεκρική πομπή μετέβη στο νεκροταφείο. Πριν κλείσουν το φέρετρο του νεκρού , ο μεγαλύτερος γιός του τοποθέτησε δύο νομίσματα στα μάτια του (τα "ναύλα"για τον "Χάροντα") και αφού τον ασπάσθηκε για τελευταία φορά, του σκέπασε το πρόσωπο με ένα μαντίλι, όπως συνηθίζεται σε πολλά χωριά της Μακεδονίας. Όπως όμως είχε σκύψει πάνω από το φέρετρο του νεκρού, γλύστρησε το πορτοφόλι του απο το σακάκι κι έπεσε μέσα στο φέρετρο, χωρίς να το αντιληφθεί κανείς από τους παρευρισκομένους. Την άλλη μέρα , όταν ο γιος ανακάλυψε την απώλεια, άρχισε να ψάχνει παντού, χωρίς φυσικά αποτέλεσμα. Στεναχωρέθηκε ιδιαίτερα, αφενός μεν γιατί είχε αρκετά χρήματα μέσα στο πορτοφόλι του, αφετέρου δε γιατί εκεί μέσα έίχε τοποθετήσει και το διαβατήριο του και δεν μπορούσε να επιστρέψει στην Γερμανία μέχρι να εκδοθεί καινούργιο. Ξεκίνησε λοιπόν την διαδικασία για την έκδοση νέου διαβατηρίου και μέχρι να συμβεί αυτό, θα παρέμενε αναγκαστικά στο χωρίο του. Το επόμενο βράδυ όμως, είδε στο όνειρο του τον πατέρα του ο οποίος τον ενημέρωσε για το τι είχε συμβεί και τον συμβούλεψε να προβεί στην εκταφή του προκειμένου να παραλάβει το πορτοφόλι του , τον ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕ όμως να μην σηκώσει το μαντίλι που σκέπαζε το πρόσωπο του. Ο γιος αρχικά δεν έδωσε σημασία σε αυτό το όνειρο και το απέδωσε στην συγκινησιακή φόρτιση της προηγούμενης μέρας, επειδή όμως το συγκεκριμένο όνειρο επαναλήφθηκε και τις επόμενες 4-5 ημέρες, αποφάσισε τελικά να προβεί στην εκταφή του νεκρού. Πράγματι, την επόμενη ημέρα έγινε η εκταφή και ο γιός βρήκε το χαμένο πορτοφόλι του. Πριν όμως ξανατοποθετήσουν το φέρετρο στο χώμα, θυμήθηκε την προειδοποίηση του πατέρα του και του δημιουργήθηκε μια ακατανίκητη (νοσηρή ίσως) περιέργεια να σηκώσει το μαντίλι για να δει μια τελευταία φορά το πρόσωπο του πατέρα του. Όταν σήκωσε το μαντίλι είδε έντρομος ότι από το στόμα του νεκρού προεξήχε η ουρά ενός φιδιού το οποίο είχε ήδη εισχωρήσει μέσα στο νεκρό και κατέτρωγε τα εντόσθια του!
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ!

ΝΕΚΡΗ ΓΙΑΓΙΑ

Σε ένα χωριό έξω από το Αίγιο πρίν από αρκετά χρόνια πέθανε μία γιαγιά περίπου 90 ετών. Στην επαρχεία συνηθίζεται ο νεκρός να παραμένει στο σπίτι το τελευταίο βράδυ, ώστε φίλοι και συγγενείς να τον αποχαιρετήσουν. Μοιρολόγια πολλά δεν υπήρχαν όπως καταλαβαίνετε αφού η γιαγιά τα είχε ζήσει τα χρονάκια της, ωστόσο συνέβει ένα γεγονός που κυριολεκτίκα αναστάτωσε όλους τους καλεσμένους.
Οι δύο εγγονοί της, έβγαλαν το σώμα απ΄ το φέρετρο και το τοποθέτησαν σε όρθια στάση στηρίζοντας το σε μία ντουλάπα που υπήρχε στο δωμάτιο, φέυγοντας έκλεισαν την πόρτα. Μια φίλη της γιαγιάς που κατέφθασε εκείνη την ώρα είχε την ατυχή έμπνευση να πάει στο δωμάτιο για να δεί και αυτή με την σειρά της, την μακαρίτισσα. Ανοίγοντας την πόρτα αντίκρισε το φέρετρο κενό και την μαυροντυμένη γιαγιά όρθια με σταυρωμένα τα χέρια ! ! Όπως ήταν φυσικό επικράτησε πανικός και η άτυχη γυναίκα έκανε περίπου 2 ώρες να συνέλθει ! ! ! Το περιστατικό είναι αληθινό,το δε σώμα της γιαγιάς δεν σωριάστηκε στο πάτωμα λόγω της νεκρικής ακαμψίας !